Κινούμενος κανείς σε έναν από τους κεντρικούς οδικούς άξονες της πόλης των Αθηνών, που εδώ και καιρό έχει απασχολήσει την κοινή γνώμη με την ανάπλασή του, σπάνια παρατηρεί τα κτίρια που τον πλαισιώνουν. Για τους περισσότερους ίσως από εμάς σε μια τυπική διαδρομή από την Πλατεία Συντάγματος προς την Ομόνοια, η οδός Πανεπιστημίου αποτελεί έναν ακόμη πολύβουο δρόμο τους κέντρου που σχολιάζουμε κυρίως για την κυκλοφοριακή του συμφόρηση.

Ρεπορτάζ: Νίκη Παπάζογλου

Αν όμως κανείς παρατηρήσει καλύτερα, θα διακρίνει τα διάσπαρτα αρχιτεκτονικά στολίδια – μνημεία , που παραμένουν εκεί να μαρτυρούν την ιστορία της πόλης έτσι όπως γράφτηκε τους τελευταίους αιώνες. Ποια είναι όμως αυτά τα κτίρια πότε κατασκευάστηκαν από ποιους, πως χρησιμοποιούνταν άλλοτε και πως σήμερα; Το οδοιπορικό του newsbeast.gr σας τα παρουσιάζει.

Τριλογία

Η αθηναϊκή τριλογία του νεοκλασικισμού, που δεν γίνεται να περάσει απαρατήρητη σε όποιον περνά από την Πανεπιστημίου, θεωρείται από πολλούς ό,τι πιο όμορφο έχει να επιδείξει η πόλη στο κέντρο της. Αυτός άλλωστε ήταν και ο στόχος της κατασκευής της, που τέθηκε με την ίδρυση του Νεοελληνικού κράτους. Ο λόγος για το Μέγαρο της Εθνικής Βιβλιοθήκης, την Ακαδημία και το Πανεπιστήμιο Αθηνών.

Η Εθνική Βιβλιοθήκη

Η Εθνική Βιβλιοθήκη (ή Βαλλειάνειος) αποτελείται από τρία μέρη, με το βασικότερο να είναι το κεντρικό αναγνωστήριο, με τους στύλους ιωνικού ρυθμού και την γυάλινη οροφή. Για να φτάσει κανείς σε αυτό, περνά από δωρικούς κίονες-αναφορές στον Ναό του Ηφαίστου και φυσικά από την διπλή καμπυλωτή αναγεννησιακή σκάλα. Το κτίριο, του οποίου τη μελέτη ανέλαβε ο Θεόφιλος Χάνσεν και την αρχιτεκτονική επίβλεπψη, ο Ερνέστο Τσίλλερ, ολοκληρώθηκε το 1902. Αν και μέχρι σήμερα η βιβλιοθήκη φιλοξενείται εκεί, στο μέλλον αναμένεται να μεταφερθεί στο Δέλτα Φαλήρου, στο αρχιτεκτονικό σχέδιο που θα χρηματοδοτήσει το Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος.

Ακαδημία Αθηνών

Άλλο ένα οικοδόμημα στολίδι, σε μελέτες του Χάνσεν και του Τσίλλερ, που ολοκληρώθηκε το 1887, είναι η Ακαδημία Αθηνών ή αλλιώς Σιναία Ακαδημία αφού οικοδομήθηκε με τις δωρεές του ομογενούς επιχειρηματία της Βιέννης βαρώνου Σίμωνος Σίνα (1810-1877) και από την σύζυγό του που συνέχισε τη χρηματοδότηση μετά τον θάνατό του. Φημισμένη για το μεγάλο αέτωμα της ιωνικής εισόδου, καθώς και για τα αγάλματα της Αθηνάς του Σωκράτη και του Πλάτωνα, στον περίβολό της, έργα του γλύπτη Δρόση, είχε σαν στόχο την καλλιέργεια των γραμμάτων και την πρόοδο του πολιτισμού. Αν και η ιδέα της ίδρυσης της υπήρξε ήδη από την Επανάσταση, όταν το 1824 τριάντα ένα άτομα, συμπεριλαμβανομένων διαπρεπών λόγιων, πρότειναν στο Βουλευτικό σώμα τη δημιουργία ενός Ιδρύματος για το στόχο αυτό, παρέμεινε αχρησιμοποίητη σχεδόν σαράντα χρόνια, Μόνο το 1926, η Ελληνική Κυβέρνηση εξαιτίας διπλωματικών αναγκών για εκπροσώπηση της χώρας στην Διεθνή Ακαδημαϊκή Ένωση, πείστηκε εν τέλει να την ιδρύσει. Με τη Συντακτική Απόφαση της 18 Mαρτίου 1926, δια χειρός του τότε Πρωθυπουργού Θεόδωρου Πάγκαλου επικυρώθηκε ως Aκαδημία των Eπιστημών, των Γραμμάτων και των Kαλών Tεχνών. Mε την ίδια απόφαση διορίστηκαν και τα πρώτα μέλη της: Πρόεδρος ο Φωκίων Nέγρης, Aντιπρόεδρος ο Γεώργιος Xατζιδάκις, Γενικός Γραμματέας ο Σίμος Mενάρδος, Γραμματέας επί των Πρακτικών ο Kωστής Παλαμάς και Γραμματέας επί των Δημοσιευμάτων ο Γεώργιος Δροσίνης. Αμέσως μετά την ίδρυσή της, η Aκαδημία Aθηνών έγινε μέλος δύο μεγάλων διεθνών οργανισμών: της Διεθνούς Ένωσης Ακαδημιών (Association Internationale des Academies) και του Διεθνούς Συμβουλίου Επιστημονικών Ενώσεων (ICSU). Τα τελευταία χρόνια μάλιστα συμμετέχει επίσης στους διεθνείς επιστημονικούς οργανισμούς All European Academies (ALLEA), European Academies Science Advisory Council (EASAC), Inter Academy Council (=IAC) και Inter Academy Medical Panel (IAMP). Τέλος, υπό την εποπτεία της Ακαδημίας τελεί το Ελληνικό Ινστιτούτο Βυζαντινών και Μεταβυζαντινών Σπουδών στη Bενετία.

Πανεπιστήμιο Αθηνών

Τρίτο και τελευταίο κομμάτι της τριλογίας αποτελεί το Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, το οποίο, ιδρυθέν το 1837, αποτέλεσε το πρώτο πανεπιστήμιο της Ελλάδας αλλά και των Βαλκανίων. Πρόκειται για ομάδα κτιρίων που σχηματίζουν διπλό «Τ» με δύο ιστορικές αυλές με εξωτερικά αγάλματα τα οποία χαρακτηρίζονται από αυστηρές γραμμές. Σήμερα, λειτουργεί ως έδρα του Πανεπιστημίου, στεγάζοντας την Πρυτανεία, τη Σύγκλητο και την Μεγάλη Αίθουσα Τελετών.

Αρσάκειο Παρθεναγωγείο

Αποτελώντας ακόμα και σήμερα ένα από τα επιβλητικότερα κτίρια της Πανεπιστημίου, το μέγαρο του Αρσακείου Παρθεναγωγείου, στη γωνία των οδών Πανεπιστημίου και Πεσμαζόγλου, οικοδομήθηκε μεταξύ των ετών 1846-1852, για λογαριασμό της Φιλεκπαιδευτικής Εταιρείας. Ολοκληρώθηκε χάρη στη δωρεά του ομογενούς ευεργέτη Απόστολου Αρσάκη, από όπου πήρε και το όνομά του. Για την οικοδόμηση του κτιρίου, τα σχέδια του οποίου είχε κάνει ο αρχιτέκτονας Λύσανδρος Καυταντζόγλου, χρησιμοποιήθηκαν πέτρες από την Ακρόπολη, ενώ χαρακτηριστική είναι η κεντρική του πόρτα, διακοσμημένη με δωρικούς ημικίονες, πάνω από τους οποίους υπάρχει αέτωμα διακοσμημένο με την κεφαλή της θεάς Αθηνάς. Το κτίριο θεωρείται από τους ιστορικούς ως «η αυθεντικότερη έκφραση ενός «εξελληνισμένου νεοκλασικισμού». Στην πρόσοψή του χτίστηκαν το 1936 εμπορικά καταστήματα τα οποία κατεδαφίστηκαν το 1984 στο πλαίσιο της αποκατάστασής του. Μετά το πέρας αυτών των εργασιών και μέχρι σήμερα, το κτίριο στεγάζει το Συμβούλιο της Επικρατείας.

Αρχαιολογική Εταιρεία

Το μέγαρο της Αρχαιολογικής Εταιρείας στη γωνία των οδών Πανεπιστημίου και Ομήρου, οικοδομήθηκε το 1958, βάσει σχεδίων του αρχιτέκτονα Ιωάννη Αντωνιάδη, αντικαθιστώντας το παλαιότερο νεοκλασικό κτίριο της Εταιρείας, που είχε κτιστεί στις αρχές του 20ού αιώνα. Αν και αρχιτέκτονας είχε επιλέξει για το νέο κτίριο μια κλασικίζουσα μεν αλλά λιτή μορφή, κατά την κατασκευή του, το Διοικητικό Συμβούλιο της Εταιρείας επέβαλε την προσθήκη πρόσθετων «αρχαιοπρεπών» στοιχείων, όπως παραστάδες με επίκρανα, γεισίποδες δίνοντας του τη μορφή που βλέπουμε σήμερα.

Ηλίου Μέλαθρον – Νομισματικό Μουσείο

Το τριώροφο αυτό μέγαρο, που σήμερα φιλοξενεί το Νομισματικό μουσείο, οικοδομήθηκε μεταξύ 1878 και 1887 για λογαριασμό του ανασκαφέα της Τροίας και των Μυκηνών Ερρίκου Σλήμαν. Υπήρξε, την περίοδο εκείνη, το πλουσιότερο ιδιωτικό κτίριο της Αθήνας. Θεωρείται το σημαντικότερο έργο του αρχιτέκτονα Τσίλλερ, αφού συνδυάζει αρμονικά στοιχεία της ιταλικής αναγέννησης με στοιχεία του αθηναϊκού νεοκλασικισμού όπως τα αετώματα. Το 1927 πουλήθηκε στο ελληνικό δημόσιο, όπου αρχικά στέγασε εκεί το Συμβούλιο Επικρατείας και τον Άρειο Πάγο. Το 1935 το κτίριο υπέστη ορισμένες μετατροπές, αφαιρέθηκαν τα αγάλματα αρχαίων θεών που υπήρχαν στο μπροστινό του μέρος, ενώ το 1984 περιήλθε στην δικαιοδοσία του Υπουργείου Πολιτισμού. Ένα χρόνο αργότερα πραγματοποιήθηκε μια πρώτη αποκατάστασή του, ενώ η δεύτερη ολοκληρώθηκε στα μέσα της δεκαετίας του 2010. Στην όαση του όμορφου κήπου του μουσείου σήμερα λειτουργεί και ένα καφέ στο οποίο ξεχνάς πως βρίσκεσαι στο κέντρο της πολύβουης πόλης.

Καθολικός Ναός Αγίου Διονυσίου

Ένα ακόμα στολίδι με αναγεννησιακή γοητεία στο κέντρο της Αθήνας αποτελεί η Καθολική εκκλησία του Αγίου Διονυσίου. αρχισε να χτίζεται το 1853 από τον φημισμένο Γερμανό αρχιτέκτονα Leo von Klenze, ο οποίος σχεδίασε την μεγαλοπρεπή τρίκλιτη βασιλική. Η οικοδόμηση όμως διακόπηκε αμέσως μετά τη θεμελίωση, ελλείψει πόρων. Τότε ανέλαβε την επίβλεψη των εργασιών ο Λύσανδρος Καυταντζόγλου, ο οποίος το 1858 πρότεινε μια παραλλαγή του αρχικού σχεδίου σε μικρότερες διαστάσεις. Αν και ημιτελής, ο ναός λειτούργησε για πρώτη φορά το 1865 ενώ το Ιερό βήμα, τα προπύλαια και άλλα στοιχεία δεν συμπληρώθηκαν παρά την περίοδο 1875 – 1891. Οι προσθήκες συνεχίστηκαν μέχρι και τις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα, το 1960 επιχειρήθηκε μια πρώτη ανακαίνιση, ενώ την περίοδο 1992-1998 πραγματοποιήθηκε

Τράπεζα της Ελλάδος

Το «αυστηρού» ύφους αυτό κτίριο, το οποίο έχει χαρακτηριστεί ιστορικό διατηρητέο μνημείο, χτίστηκε μεταξύ 1933 και 1938 σε σχέδια των αρχιτεκτόνων Νικόλαου Ζουμπουλίδη, Κίμωνα Λάσκαρη και Κωνσταντίνου Παπαδάκη. Σύμφωνα με τους ειδικούς, η πρόσοψη του κτιρίου μιμείται σχεδόν απόλυτα τα Παλαιά Ανάκτορα, σχεδιασμένα έναν αιώνα νωρίτερα, ενώ αν την παρατηρήσει κανείς προσεκτικά ίσως βρει αρκετές ομοιότητες με την πρόσοψη της Βουλής των Ελλήνων.

Οφιαλμιατρείο – Πανεπιστημίου 36 Σίνα

Αν και από μακριά θυμίζει βυζαντινή εκκλησία, το εντυπωσιακό αυτό οικοδόμημα χτίστηκε ως οφθαλμολογικό νοσοκομείο διατηρώντας μάλιστα τη χρήση του μέχρι σήμερα. Η ανέγερσή του εγκρίθηκε επί Όθωνος και Αμαλίας τον Αύγουστο του 1843 ενώ ξεκίνησε το 1847 από τον Δανό αρχιτέκτονα Χάνσεν. Όμως οι εργασίες διακόπηκαν στο ύψος του ημιυπογείου το 1850 ελλείψει πόρων. Το έργο συνεχίστηκε εν τέλει και την σκυτάλη παρέλαβε από τον Χάνσεν ο Λύσανδρος Καυταντζόγλου, ο οποίος πρόσθεσε την προεξοχή της κυρίας εισόδου ακολουθώντας κατά την ολοκλήρωσή του έναν βυζαντινότροπο ρυθμό.
Η τελετή θεμελίωσης του κτιρίου του Οφθαλμιατρείου έγινε την 21η Απριλίου 1847 και τα επίσημα εγκαίνια την 14η Ιουνίου 1854. Την περίοδο 1867-1869 προστέθηκε ένας ακόμα όροφος, το 1881 ένα υπερώο στο δώμα και την περίοδο 1910-1915 το βοηθητικό κτίσμα των εξωτερικών ιατρείων. Ο ιδιαίτερος βυζαντινισμός του έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τον επιβλητικό νεοκλασικισμό της Αθηναϊκής τριλογίας, που βρίσκεται ακριβώς απέναντι.

Σικιαρίδειο Μέγαρο – Κινηματογράφος ΡΕΧ

Το Σικιαρίδειο μέγαρο στο οποίο στεγάστηκε ο κινηματογράφος, σχεδιάστηκε από τους αρχιτέκτονες Βασίλειο Κασσάνδρα και Λεωνίδα Μπόνη και η ανοικοδόμησή του διήρκεσε από το 1935 έως και το 1937. Εκτός από τον κινηματογράφο περιλάμβανε ένα θέατρο ακριβώς από πάνω και μια αίθουσα χορού στο υπόγειο, η οποία τελικά λειτούργησε ως κινηματογράφος επίκαιρων και παιδικών έργων, με την γνωστή επωνυμία «Σινεάκ». Ως ο πρώτος μοντέρνος κινηματογράφος της Αθήνας με χολιγουντιανές προδιαγραφές εξηγούνται τόσο η αμερικάνικης τεχνοτροπίας πρόσοψή του, όσο τα πολλά στοιχεία Art Deco που διαθέτει. Το 1982 κάηκε και πέντε χρόνια αργότερα περιήλθε στο Υπουργείο Πολιτισμού και χαρακτηρίστηκε διατηρητέο. Από το 1991, αν και με διακοπές, ανεβαίνουν παραστάσεις του Εθνικού Θεάτρου.

Ξενοδοχείο «Παλλάδιον» – Πανεπιστημίου 54 & Μπενάκη

Το εξαίρετα ανακαινισμένο αυτό τετραώροφο κτίριο οικοδομήθηκε το 1915 μαζί με άλλα που αποτέλεσαν μια γραμμή ανέγερσης μεγάλων οικοδομών «εκμετάλλευσης» για εύπορους πελάτες και ενοικιαστές της εποχής. Αρχικά λειτούργησε ως ξενοδοχείο με την επωνυμία «Πριγκίπησσα Σοφία» έως και το 1917 ενώ στη συνέχεια ως «Παλλάδιον». Μαζί με το ξενοδοχείο «Εξέλσιορ», αποτελούν τα πρώτα μεγάλα ξενοδοχεία της πρωτεύουσας.

Ξενοδοχείο «Εξέλσιορ»

Επίσης στις αρχές του 20ου αιώνα οικοδομήθηκε και το τεράστιο κτίριο, που αποτελεί χαρακτηριστικό προϊόν αυτού που οι ιστορικοί χαρακτηρίζουν «εκλεκτικιστικό ιστορισμό», και έχει θέα στην οδό Πατησίων, Πανεπιστημίου αλλά και στην πλατεία Ομονοίας. Κατά πάσα πιθανότητα τα σχέδια είναι του αρχιτέκτονα Ernst Ziller. Για ένα μεγάλο διάστημα λειτούργησε ως ξενοδοχείο, στην αρχή με την επωνυμία “Βικτώρια” και στη συνέχεια ως «Εξέλσιορ». Διέθετε εκατό δωμάτια και καφεζαχαροπλαστείο –ζυθοπωλείο στο ισόγειο, όμως μεταπολεμικά παρήκμασε, αν και συνέχισε να λειτουργεί μέχρι και την δεκαετία του ’50. Σταδιακά η χρήση των ορόφων εγκαταλείφτηκε, ενώ στο ισόγειό του στεγάστηκαν διάφορα εμπορικά καταστήματα. Σταδιακά το κτίριο πέρασε στην ιδιοκτησία της Εθνικής Τράπεζας, ενώ το 1979 οι όψεις του χαρακτηρίστηκαν ως διατηρητέες από το Υπουργείο Πολιτισμού.

Διαβάστε όλα τα θέματα της ενότητας Weekend του newsbeast.gr