Η αγγλική λαϊκή παράδοση αναφέρει μια ιρλανδική οικογένεια ταραχοποιών που ζούσε προς το τέλος του 19ου αιώνα στο νοτιανατολικό Λονδίνο με το επώνυμο Hooligan. Η οικογένεια αυτή «διακρίθηκε» για την ικανότητα των μελών της, να απασχολούν με τις πράξεις τους, σε μόνιμη βάση, τη λονδρέζικη αστυνομία και τις φυλακές. Τα μέλη αυτής της οικογένειας ήταν τέτοιοι ταραξίες και τόσο επιθετικά όπου σταδιακά, στη διάρκεια του 20ου αιώνα, ο όρος χρησιμοποιήθηκε και επίσημα από τους φορείς του επίσημου κοινωνικού ελέγχου του κράτους και ταυτίστηκε με τους ταραχοποιούς οπαδούς που χαρακτηρίζονται από βίαιες και παραβατικές συμπεριφορές.

Έκτοτε ο χουλιγκανισμός έχει απασχολήσει την κοινωνία με πηχυαίους τίτλους ευρωπαϊκών αλλά και ελληνικών εφημερίδων να αναφέρουν κατά διαστήματα βίαια επεισόδια, διαλυμένα γήπεδα, άγριους ξυλοδαρμούς μέχρι και αδικοχαμένους νεκρούς.

Στη χώρα μας όσο περνούν τα χρόνια, το κοινωνικό φαινόμενο του χουλιγκανισμού απασχολεί όλο και περισσότερο, με τους νέους να πωρώνονται, εν συνεχεία να πολώνονται γύρω από μια ομάδα, για να μετατραπούν στο τέλος σε έναν σκληρό πυρήνα που εκφράζεται κατά κύριο λόγο χρησιμοποιώντας βία, αδυνατώντας να υπολογίσει κόστος και συνέπειες και πολλές φορές αδυνατώντας ακόμα και να απεμπλακεί.

Συνέντευξη : Νίκη Παπάζογλου

Πρόχειρα μέτρα και αποσπασματικές κινήσεις κάθε φορά που σοβαρά επεισόδια βλέπουν το φως της δημοσιότητας είναι η συνήθης πρακτική για να κατευναστεί το φαινόμενο, σίγουρα όμως όχι για να επιλυθεί.

Άλλωστε για να πολεμήσεις τον εχθρό πρέπει πρώτα να γνωρίζεις πολύ καλά ποιος είναι. Σε προσπάθεια κατανόησης των γενεσιουργών αιτιών του φαινομένου, επικοινωνήσαμε με τον καθηγητή κοινωνιολογίας στο πανεπιστήμιο της Κρήτης, κ. Ιωάννη Ζαϊμάκη.

– Εκδηλώσεις βίας πριν, κατά τη διάρκεια και αμέσως μετά τη λήξη μιας αθλητικής συνάντησης, θάνατοι φιλάθλων, παρεκκλίνουσα συμπεριφορά και σοβαρά επεισόδια είναι τα βασικά χαρακτηριστικά που διαμορφώνουν την σημερινή εικόνα του ποδοσφαίρου. Θεωρείται ότι το φαινόμενο έχουν ενταθεί σε σχέση με παλαιότερα;
Ναι υπάρχει μια ένταση στο χουλιγκανισμό χωρίς αυτό να σημαίνει ότι έχουμε φτάσει σε μια κατάσταση ακραίου πανικού όπου θα ήταν η αιτία για να οδηγηθούμε σε ακραία μέτρα. Συνήθως στην Ελλάδα, μετά την πρόκληση κάποιων σημαντικών επεισοδίων, ξαναεμφανίζουμε το θέμα του χουλιγκανισμού, ασχολούμαστε με το τι πρέπει να κάνουμε και τι όχι, χωρίς ποτέ να ακολουθούμε ένα μακροπρόθεσμο σχεδιασμό για την σε βάθος αντιμετώπιση του.
 
Ο χουλιγκανισμός δεν είναι κάτι που καταπολεμάτε τόσο εύκολα, με κατασταλτικά μέτρα, με απαγορεύσεις, με νομοθετικές αλλαγές. Χρειάζεται παρεμβάσεις σε επίπεδο κοινωνικό, σε επίπεδο πολιτισμικό, σε επίπεδο νοοτροπιών. Χρειάζεται να ξεπεραστεί αυτό το κλίμα που υπάρχει μέσα στους αθλητικούς χώρους, της ανισότητας και των μη δίκαιων αγώνων, το οποίο καλλιεργήθηκε στην ουσία μαζί με την μισαλλοδοξία ανάμεσα στους οπαδικούς κόσμους.

Χρειαζόμαστε και κοινωνική δικαιοσύνη στο χώρο του ποδοσφαίρου για να διαχειριστούμε αποτελεσματικά αυτή την αίσθηση που έχουν οι οπαδοί ότι το ελληνικό ποδόσφαιρο είναι διαβρωμένο, ότι υπάρχουν ανισότητες, ότι υπάρχει ευνοιοκρατία, και όλα αυτά που κατά διαστήματα ακούμε να συζητιούνται.

– Ποια τα αίτια του κοινωνικού φαινομένου που φέρει το όνομα χουλιγκανισμός και πώς ερμηνεύεται;
Είναι πάρα πολλά τα αίτια. Κυρίως θα μπορούσαμε να τα χαρακτηρίσουμε κοινωνικά βέβαια υπάρχουν και άλλα έχουν σχέση με τις ποδοσφαιρικές κοινωνίες και τις παθολογίες που έχουν αυτές.

Ένα πολύ σημαντικό ζήτημα είναι η κοινωνική δυσαρέσκεια. Πρόκειται για μια κοινωνική παραβατικότητα που κρύβει υπαρξιακά αδιέξοδα και κοινωνικά προβλήματα των νέων, οι οποίοι μην βρίσκοντας νόημα και ταυτότητα στην καθημερινότητα, επειδή βρίσκονται σε κατάσταση φτώχειας ή και κοινωνικού αποκλεισμού, στρέφονται να αναζητήσουν ταυτότητες και νοήματα στο χώρο του ποδοσφαίρου. Έτσι μπορεί σε πρώτο επίπεδο να βλέπουμε την διαμαρτυρία μιας ομάδας της Θεσσαλονίκης για μια ομάδα της Αθήνας, αλλά στην ουσία πίσω από αυτό κρύβονται βαθύτερες δυσαρέσκειες.

Επίσης το ποδόσφαιρο πολλές φορές εκδηλώνει κοινωνικές εντάσεις και αντιπαλότητες. Ανέφερα πριν το πρωτάθλημα της Θεσσαλονίκης. Πολλές φορές κοινωνικές διαφορές και προβλήματα που έχουν σχέση με τις τοπικές ταυτότητες εκφράζονται με έναν έμμεσο τρόπο στο χώρο του ποδοσφαίρου.

Σημαντικό πρόβλημα είναι η ώσμωση που βλέπουμε, ειδικά τον τελευταίο καιρό, νεοφασιστικών και νεοναζιστικών πυρήνων με το χώρο του ποδοσφαίρου. Πρόκειται για ομάδες που υιοθετούν την βία ως ένα μέσο επίλυσης διαφορών και υποδαυλίζουν μια κουλτούρα ρατσισμού, ξενοφοβίας, μισαλλοδοξίας σεξισμού στο χώρο των γηπέδων. Για να είμαστε ακριβείς, αυτές οι ομάδες είναι μικρές μειοψηφίες στους χώρους των οπαδών. Ωστόσο αυτές οι δυναμικές μειοψηφίες έχουν πρωταγωνιστικό ρόλο σε συμβάντα βίας και χουλιγκανισμού.

Ένας ακόμα παράγοντας θα μπορούσε να θεωρηθεί η ευνοιοκρατία και οι άνισες σχέσεις εξουσίας που υπάρχουν μέσα στις ποδοσφαιρικές κοινωνίες. Γνωρίζουμε πολύ καλά ότι συστηματικά κάποιες ομάδες ευνοούνται, σήμερα μπορεί να ευνοείται μια ομάδα, πριν από δέκα χρόνια κάποια άλλη. Αυτό έχει περάσει στην κοινωνία και ενισχύει τις εντάσεις και τα μίση ανάμεσα σε αντίπαλες ομάδες, χωρίς να χρειάζεται να γενικεύσουμε ούτε εδώ. Μια παρατήρηση που ξεχνάμε είναι πως επεισόδια δεν γίνονται σε όλα τα γήπεδα και δεν έχουν πρωταγωνιστές από όλες τις ομάδες. Συνήθως παρατηρούνται σε δημοφιλείς ομάδες, εκεί που υπάρχει μια μαζικότητα του οπαδικού φαινομένου και κυρίως ομάδες που κυριαρχούν για χρόνια στο ελληνικό ποδόσφαιρο.

Βασικό ρόλο παίζει και η ανάπτυξη ενός δημοσιογραφικού οπαδισμού ο οποίος μεταφέρεται στο χώρο των έντυπων αλλά και των ηλεκτρονικών μέσων μαζικής επικοινωνίας ενώ ταυτόχρονα καλλιεργείται μέσα στα social media ένας οπαδικός λόγος, ο οποίος κάθε άλλο παρά βοηθάει στο να κατανοήσουμε το πρόβλημα, στο να αντιμετωπίσουμε με σεβασμό τον οπαδό αντίπαλης ομάδας, στο να περιορίσουμε αυτή την κουλτούρα μίσους και έντασης που κυριαρχεί στους αθλητικούς χώρους.

Οι εφημερίδες έχουν μια σημαντική λειτουργία και θα έπρεπε να υποβαθμίζουν τα γεγονότα βίας, να τα παρουσιάζουν με έναν τρόπο μη δραματοποιημένο, με έναν τρόπο που θα συμβάλει στην κριτική σκέψη και τον προβληματισμό και όχι στην ενίσχυση των οπαδικών παθών. Αυτό το βλέπουμε έντονα στα αθλητικά έντυπα, όπου βλέπουμε εφημερίδες που όντας προκλητικές υποδαυλίζουν τα πάθη και τις εντάσεις.

Τελευταίος παράγοντας είναι ο ρόλος σημαίνοντων προσώπων στο χώρο του αθλητισμού, εννοώ τους «μεγαλοπαράγοντες» οι οποίοι είναι γνωστοί για τις διασυνδέσεις που έχουν τόσο με τα μέσα μαζικής επικοινωνίας όσο και με τις οικονομικές ελίτ αλλά και με το κυρίαρχο πολιτικό σύστημα της χώρας. Και η «παραβατικότητα του λευκού κολάρου», όπως την αποκαλώ εγώ, έχει μεγάλη ευθύνη αφού διαμορφώνει ένα κλίμα πολεμικό πριν από μεγάλες συναντήσεις, το οποίο επηρεάζει πάρα πολύ και τους οπαδικούς κόσμους.

– Ποια είναι τα κοινωνικά χαρακτηριστικά ενός χούλιγκαν;

Μέχρι πριν κάποια χρόνια θεωρούσαμε πως το κοινωνικό προφίλ του χούλιγκαν οπαδού είναι ότι προέρχεται από τα κατώτατα κοινωνικά στρώματα. Σήμερα γνωρίζουμε πλέον πως είναι διαταξικό το φαινόμενο. Οι φανατικοί οπαδοί μπορούν να προέρχονται από κάθε χώρο, χωρίς αυτό να σημαίνει πως δεν είναι έντονη η παρουσία των λαϊκών στρωμάτων. Ένα άλλο χαρακτηριστικό του κοινωνικού προφίλ είναι πως το 90-95% των οργανωμένων οπαδών είναι άντρες κι αυτό αποτυπώνεται και στα τραγούδια και στις συμπεριφορές, οι οποίες έχουν έναν σεξιστικό χαρακτήρα. Πάντως αυτό που πρέπει να κρατήσουμε είναι ότι το στερεότυπο του χουλιγκάνου οπαδού ο οποίος προέρχεται από τα χαμηλά κοινωνικά στρώματα δεν ισχύει σήμερα.

– Η διεύρυνση των κοινωνικών στρωμάτων από τα οποία προέρχονται οι χούλιγκαν ερμηνεύεται με κάποιο τρόπο;
Έχει διαφοροποιηθεί εφόσον έχει διαφοροποιηθεί και η κοινωνία. Τα μεσαία στρώματα, τουλάχιστον μέχρι τα χρόνια της κρίσης, είχαν διογκωθεί. Έτσι και το ποδόσφαιρο έχει διαχυθεί σε όλη την κοινωνία, δεν είναι άθλημα που παρακολουθούν μόνο τα παιδιά της εργατικής τάξης. Ξέρετε πάρα πολύ καλά ότι πάρα πολύ άνθρωποι από τις ανώτερες εισοδηματικές τάξεις αγαπάνε το ποδόσφαιρο. Αυτή η διαταξική δημοτικότητα του ποδοσφαίρου εμφανίζεται και στο χώρο του οπαδισμού όπου φαίνεται ότι κάποια πρότυπα συμπεριφορών που αναπτύσσονται στους χώρους των οργανωμένων οπαδών είναι πια ελκυστικά και για τα μέλη των μεσαίων και ανώτερων κοινωνικών τάξεων, ιδιαίτερα για τους νέους ανθρώπους.

– Ο χουλιγκανισμός αποτελεί μέρος ενός γενικότερου φαινομένου που σχετίζεται με την άσκηση βίας στην κοινωνία;
Έχει σχέση με ευρύτερες κοινωνικές δυσαρέσκειες, με πρότυπα βίας που δημιουργούνται μέσα στην κοινωνία, απλά στο χώρο του ποδοσφαίρου βρίσκουν ένα έδαφος πρόσφορο για να αναπτυχθούν και να ενδυναμωθούν αυτές οι καταστάσεις. Δεν είναι το ποδόσφαιρο που γεννάει τη βία. Είναι η βία που υπάρχει μέσα στην κοινωνία και εκφράζεται μέσω του ποδοσφαίρου. Κι αυτό γιατί είναι ένας χώρος που οι ιδιαιτερότητές του και η κουλτούρα του εδώ και κάποιες δεκαετίες, ευνοούν αυτές τις βίαιες συμπεριφορές. Μια βωμολοχία σε έναν δημόσιο κοινωνικό χώρο θα προκαλέσει εντάσεις και αντιδράσεις, μια βωμολοχία στο χώρο του γηπέδου είναι συνήθης πρακτική, είναι κανονικότητα, είναι μέρος της καθημερινότητας των οπαδικών κόσμων.

– Προσεγγίζοντας ιστορικά το φαινόμενο της βίας στους αθλητικούς χώρους, στην πιο ακραία του έκφρασή του συμπίπτει με την επαγγελματική οργάνωση και την εμπορευματοποίηση; Θα μπορούσαμε να πούμε ότι ευθύνεται η εμπορευματοποίηση του επαγγελματικού αθλητισμού;

Νομίζω ότι και η εμπορευματοποίηση ενίσχυσε τους ανταγωνισμούς. Στο ερασιτεχνικό ποδόσφαιρο για παράδειγμα ήταν πολύ σημαντικό ποιος θα γινόταν πρωταθλητής γιατί αυτό σήμαινε κύρος, φήμη και ενίσχυση γοήτρου μια ομάδας. Τώρα αυτοί οι ανταγωνισμοί συνδέονται και με εισροές χρημάτων, δηλαδή ο πρωταθλητής Ελλάδος έχει τεράστια έσοδα που προέρχονται από τους θεσμούς της UEFA. Αυτό αυτομάτως δημιουργεί μια ένταση των ανταγωνισμών.

Τεχνητά ίσως και οι ιδιοκτήτες των διαφόρων ΠΑΕ φρόντισαν να ενισχύσουν αυτό το κλίμα μέσα στο χώρο των οπαδικών κοινοτήτων αφού οι νίκη μιας ομάδας ενισχύει και τα οικονομικά συμφέροντα ενός συλλόγου. Επίσης μια βιομηχανία που στήθηκε γύρω από το ποδόσφαιρο, ενίσχυσε την διαφθορά και τις αθέμιτες σχέσεις μέσα σε αυτόν τον χώρο καθώς και την αίσθηση ενός αθλήματος στο οποίο στήνονται παιχνίδια και υπάρχουν αθέμιτες συναλλαγές. Θέλω να πω ότι η διαδικασία της εμπορευματοποίησης και της επαγγελματοποίησης του ποδοσφαίρου ενίσχυσε την διαφθορά του και μαζί και την καχυποψία των φιλάθλων απέναντι στο άθλημα και βεβαίως όλα αυτά είχαν ως αποτέλεσμα την ενίσχυση και της βίας και της ομαδικής μισαλλοδοξίας.

-Τα μέτρα που πάρθηκαν θα δώσουν λύση στο πρόβλημα κι αν όχι, τι θα ήταν, από επιστημονικής άποψης, σωστό να γίνει ώστε να αντιμετωπιστεί αυτό το φαινόμενο;

Χρειάζεται πάρα πάρα πολύ δουλειά για να μπορέσει ο κάθε οπαδός να επισκέπτεται την έδρα οποιασδήποτε αντίπαλης ομάδας. Μου έκανε εντύπωση η απόφαση και τα μέτρα όπως το να κλείσουν οι σύνδεσμοι οπαδών ή να υπαχθούν στις ΠΑΕ. Οι ΠΑΕ είναι πιο διεφθαρμένες από τους συλλόγους οπαδών. Εγώ θα έλεγα πως πρέπει να γίνει ακριβώς το αντίθετο, να κοπεί δηλαδή ο ομφάλιος λώρος των ΠΑΕ με τους οπαδούς, να μιλήσουμε για την ανεξαρτητοποίηση των συνδέσμων οι οποίοι θα ελέγχονται με κάποιους τρόπους.

Για εμένα η λύση δεν είναι τα κατασταλτικά μέτρα ούτε να κάνουμε τα γήπεδα κλουβιά στα οποία όλοι οι οπαδοί θα παρακολουθούνται, αυτό δεν είναι το ιδανικό. Θεωρώ πως χρειαζόμαστε μια εναλλακτική ποδοσφαιρική παιδεία, η οποία θα ξεκινήσει από την εκπαίδευση, από την κοινότητα, από το σχολείο. Χρειάζεται να μελετήσουμε και να κατανοήσουμε σε βάθος τα προβλήματα για την επίτευξη κοινών λύσεων οι οποίες είναι αποδεκτές από όλους. Να ελέγξουμε τις εκφορές του οπαδικού τύπου και να περιορίσουμε την οπαδική βία που εμφανίζεται σε έντυπα και στα social media. Να πραγματοποιηθούν τεχνικές παρεμβάσεις σε επίπεδο ισονομίας και ισοπολιτείας, για παράδειγμα να αναβαθμιστεί το σώμα των αθλητικών δικαστών, αλλά κυρίως να εφαρμοστούν οι νόμοι για όλους, ανεξαρτήτως πολιτικού κόστους.

Στο ελληνικό ποδόσφαιρο κυριαρχεί η ατιμωρησία, δεν τολμά κανένας να υποβιβάσει μια ελληνική ομάδα στην Β’ εθνική, όπως έγινε στην Ιταλία γιατί αυτό έχει πολιτικό κόστος. Κάποτε πρέπει τους αυστηρούς νόμους που έχουμε να τους εφαρμόσουμε, υπερβαίνοντας τα πελατειακά δίκτυα που ξέρουμε πάρα πολύ καλά πως υπάρχουν ανάμεσα στους μεγαλοπαράγοντες και στο πολιτικό σύστημα.

Πιθανώς η κυβέρνηση αυτή της αριστεράς, που δεν έχει ένα παρελθόν πελατειακών σχέσεων, να κάνει κάτι. Πρέπει όμως να καταλάβει ότι δεν μόνο θέμα πολιτικής βούλησης είναι βαθύτερα πράγματα που πρέπει να κατανοηθούν για να οργανωθεί ένας μακροπρόθεσμος σχεδιασμός.

Πρέπει να φτιάξουμε σωματεία βιώσιμα, δεν μπορεί το κράτος να χρηματοδοτεί τα χρέη των διαφόρων ΠΑΕ, όπως γινόταν πριν μερικά χρόνια ή να ρυθμίζει σκανδαλώδεις νόμους για να διαχειριστεί τέτοιου είδους οικονομικά ζητήματα. Πρέπει να δώσουμε έμφαση στο ερασιτεχνικό ποδόσφαιρο και πρέπει τα σωματεία να μπορούν να βάλουν τον πήχη εκεί που μπορούν.

Συνεπώς χρειάζονται τεράστιες αλλαγές αλλά η βασική φιλοσοφία είναι πως χρειάζεται ένας συνδυασμός από τη μία άμεσων μέτρων, ώστε να αισθανθεί ο πολίτης ότι κάτι έχει αλλάξει σ’ αυτόν τον διεφθαρμένο χώρο που αντανακλά το διεφθαρμένο κρατικοδίαιτο καθεστώς της Ελλάδα, από την άλλη μακροπρόθεσμες σταθερές λύσεις οι οποίες απαιτούν χρόνο μελέτη καθώς και την ανάπτυξη κέντρων παρόμοιων του εξωτερικού – κέντρο μελετών των σπορ και κέντρο μελέτης και καταπολέμησης της οπαδικής βίας.