«Με απέραντο σεβασμό στον πόνο των οικογενειών που έχασαν δικούς τους ανθρώπους στα Τέμπη» ο υπουργός Ψηφιακής Διακυβέρνησης, Δημήτρης Παπαστεργίου, διεμήνυσε από την Ολομέλεια της Βουλής ότι η κυβέρνηση δεν θα αφήσει να ξεχαστεί τίποτε, και δεν θα αφήσει να συγκαλυφθεί το παραμικρό.

Με αιχμή αυτή την υπόσχεση στην κα Λάτα, συγγενή θύματος της σιδηροδρομικής τραγωδίας, που συνάντησε στη Λάρισα, ο κ. Παπαστεργίου είπε ότι στο όνομα αυτών των παιδιών που χάθηκαν, οφείλουμε να τρέξουμε πιο γρήγορα, να θωρακίσουμε τη Δικαιοσύνη αλλά και τη Δημοκρατία μας, να προτάξουμε την αξιοσύνη των ανθρώπων, που υπηρετούν σε κρίσιμες υποδομές και να περιορίσουμε τον κομματισμό, “που καμία δουλειά δεν έχει να παρεισφρέει σε αυτά τα πεδία”, να εργαστούμε ακόμη περισσότερο για να πείσουμε τους Έλληνες και τις Ελληνίδες πως… δεν ζουν από τύχη στη χώρα αυτή αλλά είναι τυχεροί επειδή ζουν στην Ελλάδα. Προσέθεσε πως η κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη είναι η μόνη που μπορεί να εγγυηθεί μία πορεία προς το μέλλον με γνώση, ασφάλεια, χωρίς παλινωδίες και πισωγυρίσματα σαν και αυτά που ζήσαμε στο παρελθόν γι αυτό κι αυτή η πρόταση δυσπιστίας εναντίον της κυβέρνησης δεν πρέπει να έχει καμία τύχη.

Ο κ. Παπαστεργίου είπε πως αντιλαμβάνεται ως δυνατότητα την πρόταση αυτή ώστε να ανοίξει ο διάλογος για την Δημοκρατία και την ποιότητά της, για τραγικό δυστύχημα των Τεμπών και τις ευθύνες που υπάρχουν αλλά και για το πως έχει δομηθεί το κράτος μας όλα αυτά τα τα χρόνια, εξηγώντας ότι αυτό που συνέβη στα Τέμπη δεν έχει να κάνει με τη στιγμή.

«Δεν ήταν απλά άτυχοι οι 57 -ως επί το πλείστον- νέοι άνθρωποι που χάθηκαν εκείνο το βράδυ. Νέοι άνθρωποι με όνειρα για τη ζωή, που ούτε αυτοί ούτε οι συγγενείς τους θα καταφέρουν να τα δουν να υλοποιούνται. Και εκτός αυτών, εκατοντάδες άλλοι που επέζησαν και θα κουβαλάνε για πάντα μαζί τους το βράδυ εκείνο, με εμφανή και αφανή τραύματα. Τραυματισμένη, όμως, από το δυστύχημα των Τεμπών βγαίνει και η ίδια η χώρα» τόνισε ο κ. Παπαστεργίου.

Σε μια προσωπική εξομολόγηση ο κ. Παπαστεργίου είπε πως επιστρέφοντας στο πρωί της 1ης Μαρτίου του 2023, έγραφε – ως Δήμαρχος Τρικκαίων τότε- ότι «νιώθει ηττημένος και ως μηχανικός και ως ασχολούμενος με τα κοινά, γιατί δεν έχουμε καταφέρει ακόμη στη χώρα να φτιάξουμε υποδομές» που θα διασφαλίζουν πως οι μεταφορές μας θα είναι ασφαλείς. “Υποδομές ές που θα διασφάλιζαν στην οικογένεια Πλακιά από το χωριό της πεθεράς μου, το Καστράκι, ότι θα έβαζε τα παιδιά της στο τρένο, και εκείνα θα έφταναν στη Θεσσαλονίκη. Υποδομές που θα έφερναν πίσω με ασφάλεια όλα τα παιδιά του Α΄ Λυκείου Φαρκαδόνας, πάλι στα μέρη μου, που το 2004 ξεκίνησαν για εκδρομή και 7 από αυτά δεν γύρισαν ποτέ πίσω, λόγω του τραγικού δυστυχήματος στο πέταλο του Μαλιακού” ανέφερε χαρακτηριστικά.

«Και παρόλα αυτά, αντί όλοι να σκύψουμε το κεφάλι και να προσπαθήσουμε περισσότερο, αναλωνόμαστε σε ένα ακραίο παιχνίδι εντυπώσεων σε σχέση με το ποιος μπορεί να φταίει περισσότερο ή λιγότερο κι ακόμη χειρότερα, πάμε υπογείως, σε μία πολύ ευαίσθητη περίοδο, να τορπιλίσουμε την ίδια τη Δημοκρατία μας ακόμη και με υπόνοιες για το αποτέλεσμα των εκλογών», τόνισε ο κ. Παπαστεργίου στηλιτεύοντας την πρακτική της Αντιπολίτευσης κατά το τριήμερο της διαδιακασίας συζήτησης της πρότασης δυσπιστίας.

«Ευχόμαστε να έρθουν τρίτοι, από το εξωτερικό, να ρίξουν την κυβέρνηση, αφού ο λαός δεν μας προτίμησε. Πάμε να συνδέσουμε άσχετα μεταξύ τους πράγματα, όπως η κατακριτέα διαρροή πληροφοριών αποδήμων, με την επιστολική ψήφο και το κυριαρχικό δικαίωμα του πολίτη στην εκλογή», είπε κατηγορώντας τα κόμματα που υπέγραψαν αυτή την πρόταση ότι ποτίζουν με τοξικότητα την κοινωνία, ωστόσο «το άνθος που αυτή θα βγάλει, δεν θα μας αρέσει καθόλου», προσέθεσε.

Καταλόγισε επίσης στην αντιπολίτευση ότι θέλει να «χτυπήσει» τους πολιτικούς αντιπάλους της ωστόσο με τον τρόπο αυτό στην ουσία χτυπά το ίδιο το πολιτικό μας σύστημα, «δίνοντας χώρο και κάνοντας αβάντες σε ακραίες φωνές και απόψεις».

«Μην απορούμε μετά για τα φαινόμενα βίας που βλέπουμε να ξεφυτρώνουν καθημερινά γύρω μας, τις ακραίες συμπεριφορές, την αποστροφή των νέων από τα κοινά, τη φυγή τους στο εξωτερικό. Από το ίδιο σύστημα τοξικότητας τροφοδοτούνται όλα τα παραπάνω», εκτίμησε ο κ. Παπαστεργίου και αναφέρθηκε στην επί 17 χρόνια θητεία του στην Αυτοδιοίκηση για να πει πως πως είμαστε εικόνα της κοινωνίας και εκείνη, δική μας.

«Ό,τι της δίνουμε, παίρνουμε. Αν δώσουμε τοξικότητα, θα πάρουμε τοξικότητα, αν δώσουμε βία, θα πάρουμε βία, αν δώσουμε τουναντίον ενδιαφέρον και προσπάθεια, θα τα πάρουμε πίσω πολλαπλάσια» επισήμανε και εξήγησε πως αν «καταφέραμε ένα μικρό θαύμα στον Δήμο που υπηρέτησα την τελευταία δεκαετία, δεν το καταφέραμε μόνοι μας, αλλά και χάρη σε μία σοβαρή αντιπολίτευση, αλλά και μία κοινωνία που ήταν παντελώς απαλλαγμένη από τοξικές καταστάσεις».

Διότι – όπως τόνισε – όλο αυτό το σκηνικό που δημιουργείται σήμερα, καθόλου δε βοηθά σε αυτό που η κοινωνία ζητά: να πέσει δηλαδή φως στα αίτια του δυστυχήματος των Τεμπών,να μάθουμε τι έγινε εκείνο το μοιραίο βράδυ και όλα αυτά τα δεκάδες χρόνια και δεν καταφέραμε να φτιάξουμε σοβαρές σιδηροδρομικές υποδομές, κάτι που πρέπει να μας το πει η Δικαιοσύνη.

«Όσο όμως εμείς, μόνοι μας, δημιουργούμε ενόχους και κατηγορητήρια πριν η Δικαιοσύνη μιλήσει, απλώς της προσθέτουμε ακόμη ένα πρόβλημα στα όσα έχει. Εκτός και αν ΔΕΝ εμπιστευόμαστε τη δικαιοσύνη και δεν θεωρούμε πως μπορεί να κάνει ανεξάρτητα τη δουλειά της, οπότε οδηγούμαστε σε άλλες καταστάσεις, πιθανώς χωρίς γυρισμό. Όσο όμως πιανόμαστε από συμβάντα ή εικασίες που ξεκάθαρα δεν αλλάζουν την πορεία των δικαστικών ερευνών, όπως το τι δημοσιεύτηκε σε κάποιο μέσο σε σχέση με τους διαλόγους της μοιραίας νύχτας και το ανάγουμε όχι απλά σε ένα πρωτοσέλιδο, αλλά σε αιτία ακόμη και για πρόταση δυσπιστίας κατά μιας δημοκρατικά εκλεγμένης κυβέρνησης μηνών, τότε φοβάμαι πως απλά πυροβολούμε τα πόδια μας» παρατήρησε ο υπουργός Ψηφιακής Διακυβέρνησης.

Αναφερόμενος δε στους λόγους που η κυβέρνηση δεν θα έφτανε ποτέ να «μοντάρει» τους διαλόγους εκείνης της βραδιάς για να στοιχειοθετήσει το ανθρώπινο λάθος, είπε ότι αυτοί έχουν να κάνουν πρωτίστως με το γεγονός ότι ο ίδιος ο σταθμάρχης το έχει ήδη παραδεχθεί. «Δηλαδή τι άλλο υπήρχε στους διαλόγους και η Κυβέρνηση ήθελε να τους μοντάρει; Πήρε ο υπουργός και είπε να φύγει το τρένο; Προφανώς και όχι», υπογράμμισε και ξεκαθάρισε ότι προφανώς δεν ήταν μόνο ανθρώπινο λάθος, αλλά πολλά που συνετέλεσαν σε αυτό, όπως οι διαχρονικές παθογένειες της χώρας όλα αυτά τα χρόνια, που δεν ολοκληρώσαμε υποδομές μεταφορών, όταν έπρεπε, όπως έπρεπε, που συντηρήσαμε ένα πελατειακό κράτος, ανθρώπων ανίκανων να σηκώσουν το βάρος των θέσεων ευθύνης που είχαν.

«Και αυτό ας το θυμόμαστε όλοι όσοι αύριο θα κληθούμε να απαντήσουμε σε τηλέφωνα και μηνύματα του στυλ: Έλα, να τον βοηθήσουμε, είναι καλό παιδί» είπε σε γλαφυρό τόνο ο κ. Παπαστεργίου και προσέθεσε ότι γι αυτό τον λόγο αυτή η κυβέρνηση έκανε γενναίες μεταρρυθμίσεις, όπως ο νέος τρόπος διορισμού των διοικητών των νοσοκομείων ενώ ξεκινά διαδικασίες για τις διοικήσεις των φορέων του Δημοσίου, στη θέση όσων προσωρινά έχουν τοποθετηθεί.

Υποδομές

Αναφερόμενος στο έργο της κυβέρνησης στο πεδίο των υποδομών, ο κ. Παπαστεργίου είπε ότι τα τελευταία 10 χρόνια, κάθε εβδομάδα πηγαινοέρχοται στην ιδιαίτερη πατρίδα του Τρίκαλα, και μπορεί τώρα η Ε65 να έχει κάνει το ταξίδι ασφαλές και πιο γρήγορο, δεν φεύγουν από το μυαλό του όμως εικόνες πριν από 6-7 χρόνια όταν κατέβαινε κουρασμένος τις στροφές του Δομοκού με ομίχλη και νταλίκες μπροστά για να προσθέσει ότι η η κυβέρνηση πίστεψε στο έργο αυτό και όχι μόνο σε λίγες μέρες ανοίγει και το νότιο τμήμα, αλλά με ταχύτατους ρυθμούς προχωρά και το έργο σύνδεσης με την Εγνατία. Την ίδια ώρα προχωρά επιτέλους το Πάτρα-Πύργος, το Μπράλος-‘Αμφισσα και έχουμε και προσωρινό ανάδοχο για τον ΒΟΑΚ.

«Για αυτά λοιπόν πρέπει να μιλήσουμε. Για το πως θα φτιάξουμε ασφαλείς υποδομές, για το πώς σε αυτές τις υποδομές θα εργάζονται νέοι άνθρωποι με γνώση, υπευθυνότητα και αντικειμενικά προσόντα. Δε βοηθάει, επίσης, καθόλου όλη αυτή η κουβέντα για τη σύμβαση 717. Και το λέω μετά λόγου γνώσης και ως ηλεκτρολόγος μηχανικός. Γιατί η 717 χρηματοδότησε ένα σύστημα σηματοδότησης και τηλεδιοίκησης. Τη σηματοδότηση, όμως, τη βλέπουν άνθρωποι. Και δυστυχώς εκείνο το βράδυ όλα πήγαν λάθος καθώς δεν τηρήθηκε ο Γενικός Κανονισμός Κυκλοφορίας. Παρότι απλοϊκή η προσέγγιση, είναι σα να περνάς με αυτοκίνητο από μία διασταύρωση στην οποία έχουν χαλάσει τα φανάρια και εσύ δεν σταματάς στο stop που ούτως ή άλλως υπάρχει. Γιατί ο Γενικός Κανονισμός Κυκλοφορίας είναι ο ΚΟΚ των τρένων. Όταν όμως ένα μέσο μεταφέρει τόσες ψυχές, το θέμα είναι να μην μπορεί να γίνει το λάθος, να υπάρχουν τα συστήματα αυτά που ακόμη κι αν ο σταθμάρχης ή ο μηχανοδηγός δεν προσέξουν, πάθουν κάτι, να μη συμβεί το μοιραίο. Και τα συστήματα αυτά είναι το ETCS, το σύστημα που αντιλαμβάνεται τις τροχιές των συρμών και αν χρειαστεί, τις σταματά αυτόματα, και GSM-R για τις επικοινωνίες, συστήματα που αποτελούν αντικείμενο άλλων συμβάσεων που έτρεξαν ή τρέχουν και δεν είχαν καμία σχέση με τη σύμβαση 717, το οικονομικό της αντικείμενο ή τον τρόπο και το χρόνο εκτέλεσής της», είπε επίσης.

Προκειμένου να προλάβει αντιδράσεις ότι κανείς δεν φταίει τελικά, ο κ. Παπαστεργίου είπε πως προφανώς και φταίει όμως αυτό είναι κάτι που πρέπει να το αφήσουμε να το πει στη Δικαιοσύνη.