Οι διαδοχικές επισκέψεις του Αμερικανού και Ρώσου προέδρου οδήγησαν την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να επανεξετάσει ορισμένες πτυχές των σχέσεών της με την Κίνα σε μια προσπάθεια να μην μείνει πίσω από τις εξελίξεις.
Έτσι λοιπόν, την προηγούμενη εβδομάδα έστειλε απεσταλμένους για να παρακολουθήσουν τον Διάλογο της Σιάν, όπως ονομάζεται, που είχε στόχο Ευρωπαίοι και Κινέζοι ακαδημαϊκοί του διεθνούς δικαίου και εμπειρογνώμονες, με στόχο να διερευνήσουν το περιθώριο εξεύρεσης κοινού εδάφους μεταξύ Κίνας και Ευρώπης σε μια περίοδο οικονομικών αναταράξεων. Είχε προηγηθεί συνεδρίαση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής στις Βρυξέλλες, όπου συζήτησαν σε ποιο βαθμό μπορεί να συνιστά απειλή η εξαγωγική ανταγωνιστικότητα της Κίνας και η κυριαρχία της στις εφοδιαστικές αλυσίδες, από τις σπάνιες γαίες έως τα ηλεκτρικά αυτοκίνητα. Πέρα από την αναγνώριση ότι απαιτείται μια «συνεκτική και ισχυρή» απάντηση στον κινεζικό οικονομικό γίγαντα, η συζήτηση δεν κατέληξε σε σαφή συμπεράσματα.
Παρά τις συζητήσεις, ο τόνος και οι παραδοχές παραμένουν αρνητικοί. Η έμφαση δίνεται στην Κίνα ως «στρατηγικό αντίπαλο» και όχι ως εταίρο. Τα παράθυρα συνεργασίας κλείνουν. Η ΕΕ, αφενός, προσπαθεί να χρησιμοποιήσει τα υφιστάμενα εμπορικά της εργαλεία για να περιορίσει τις κινεζικές εισαγωγές και, αφετέρου, αναζητά ένα αποτελεσματικότερο μέσο για να αντιμετωπίσει συστημικά την κινεζική βιομηχανική υπερπαραγωγή. Ο Διάλογος της Σιάν ακολούθησε μια ριζικά διαφορετική προσέγγιση. Ήταν ένα πείραμα για να διαπιστωθεί αν υπάρχουν περισσότερα που μας ενώνουν παρά που μας χωρίζουν. Αν η κοινωνία των πολιτών, με την ευρεία έννοια, μπορεί να ενισχύσει τις γέφυρες που οι κυβερνήσεις γκρεμίζουν. Οι συμμετέχοντες ακαδημαϊκοί κατανοούσαν ότι η Ευρώπη και η Κίνα είναι ισότιμες οντότητες που μοιράζονται τον ίδιο πλανήτη και ότι η συνεργασία, όχι η αντιπαράθεση, είναι ο μόνος τρόπος διαχείρισης των σχέσεών μας μακροπρόθεσμα.

Τι τροφοδοτεί όμως τις διαφορές της Ευρωπαϊκής Ένωσης με την Κίνα; Ποια είναι τα πλεονεκτήματα και οι αδυναμίες των πολιτικών συστημάτων και πώς επηρεάζουν την εμπορική πολιτική; Ποια διδάγματα μπορεί να αντλήσει η Ευρώπη από τη βιομηχανική πολιτική της Κίνας και από τα λάθη της;
Πολλοί Κινέζοι συμμετέχοντες άσκησαν ανοιχτά κριτική στις πολιτικές της χώρας τους και ήταν αρκετά ειλικρινείς ώστε να εξηγήσουν τι λειτούργησε και τι όχι. Η Ευρωπαϊκή Ένωση ετοιμάζεται να κλιμακώσει τις διαπραγματευτικές της προσπάθειες με την Κίνα, καθώς η διεύρυνση του εμπορικού ελλείμματος προκαλεί ολοένα και μεγαλύτερο προβληματισμό στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες. Οι Βρυξέλλες θεωρούν ότι η σημερινή κατάσταση δεν μπορεί να συνεχιστεί επ’ αόριστον και επιδιώκουν μια πιο ουσιαστική συζήτηση με το Πεκίνο για την εξισορρόπηση των εμπορικών σχέσεων. Το μήνυμα αυτό μετέφερε ο Επίτροπος Εμπορίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, Μάρος Σέφτσοβιτς, μετά τη συνάντησή του στο Παρίσι με τον Κινέζο εκπρόσωπο για εμπορικά ζητήματα, Λι Τσενγκάνγκ. Όπως ανέφερε, οι δύο πλευρές συμφώνησαν στην ανάγκη να ενταθούν οι συνομιλίες προκειμένου να αντιμετωπιστούν οι ανισορροπίες που καταγράφονται στις διμερείς οικονομικές σχέσεις.

Ο Τραμπ όμως έδωσε το παράδειγμα ότι η Ευρώπη χρειάζεται να κατανοήσει καλύτερα την Κίνα, ιδιαίτερα στα θέματα της τεχνητής νοημοσύνης και τις κρίσιμες πρώτες ύλες. Η επίσκεψη επίσης του Αμερικανού προέδρου άνοιξε επίσης τον δρόμο για τους Ευρωπαίους για να κατανοήσουν ότι οι δύο περιοχές αντιπροσωπεύουν περισσότερο από το ένα τρίτο του παγκόσμιου ΑΕΠ και του παγκόσμιου εμπορίου. Άρα πρόκειται επομένως για μια σχέση υπερβολικά σημαντική για να αποτύχει. Η Κίνα, από την πλευρά της, θα πρέπει να γίνει πιο διαφανής και πιο πρόθυμη να αποδεχθεί την Ευρώπη ως ισότιμο εταίρο.