Για τις αφρικανικές οικονομίες, μια χαμηλή πιστοληπτική βαθμολογία μπορεί να σημαίνει ακριβότερα δάνεια και λιγότερα χρήματα για δημόσιες υπηρεσίες. Με αυτό το διακύβευμα, η Αφρικανική Ένωση προχώρησε την Τετάρτη στην επίσημη έναρξη του Africa Credit Rating Agency (AfCRA), επιδιώκοντας να προσθέσει μια αφρικανική φωνή σε μια αγορά όπου κυριαρχούν οι S&P, Moody’s και Fitch. Ο νέος οίκος αξιολόγησης, με έδρα το Πορ Λουί του Μαυρικίου, θα αξιολογεί κράτη, χρηματοπιστωτικά ιδρύματα και επιχειρήσεις. Η δημιουργία του είχε εγκριθεί από τους Αφρικανούς ηγέτες το 2018 και τώρα καλείται να περάσει από τις εξαγγελίες στην κρίσιμη δοκιμασία: να πείσει τους επενδυτές ότι οι βαθμολογίες του αξίζουν την εμπιστοσύνη τους. «Όταν οι δανειστές δεν βλέπουν καθαρά, χρεώνουν την ομίχλη» Το σκεπτικό της πρωτοβουλίας περιέγραψε ο εκτελεστικός αντιπρόεδρος της Afreximbank, ενός από τους υποστηρικτές του εγχειρήματος. «Όταν οι δανειστές δεν βλέπουν καθαρά, χρεώνουν την ομίχλη», δήλωσε στην τελετή, υποστηρίζοντας ότι η Αφρική εξακολουθεί να πληρώνει το κόστος αξιολογήσεων που προσεγγίζουν τις οικονομίες της μέσα από ένα δυτικοκεντρικό πρίσμα. Η φιλοδοξία του AfCRA είναι να προσφέρει περισσότερα δεδομένα και καλύτερη γνώση των τοπικών συνθηκών, ώστε οι επενδυτές να έχουν πληρέστερη εικόνα του κινδύνου που αναλαμβάνουν. Η ίδια η Αφρικανική Ένωση περιγράφει τον νέο οίκο ως συμπληρωματικό προς τους υφιστάμενους διεθνείς οργανισμούς αξιολόγησης, με έμφαση στην αφρικανική τεχνογνωσία και στις ιδιαιτερότητες των οικονομιών της ηπείρου. Η αντιπαράθεση με S&P, Moody’s και Fitch Αφρικανοί ηγέτες κατηγορούν εδώ και χρόνια τους μεγάλους διεθνείς οίκους ότι δεν αποτιμούν δίκαια τον κίνδυνο δανεισμού των χωρών τους και ότι προχωρούν πολύ γρήγορα σε υποβαθμίσεις όταν ξεσπούν πόλεμοι, πανδημίες ή άλλες κρίσεις. Οι οίκοι απορρίπτουν τις κατηγορίες, υποστηρίζοντας ότι εφαρμόζουν τις ίδιες μεθοδολογίες παγκοσμίως. Παράλληλα, έρευνα του Reuters το 2024 για την αφρικανική κρίση χρέους δεν εντόπισε στοιχεία συστηματικής μεροληψίας στις κρατικές αξιολογήσεις των τριών μεγάλων οίκων. Σύμφωνα με την Αφρικανική Ένωση, οι οικονομίες της ηπείρου αξιολογούνται κατά μέσο όρο στις βαθμίδες Β έως Β−, έναντι ΒΒ σε άλλες αναδυόμενες περιοχές. Η διαφορά αυτή, όπως επισημαίνει, μπορεί να αποκλείει ορισμένους επενδυτές και να αυξάνει το κόστος δανεισμού. Υπάρχει και ένα κενό κάλυψης: 23 αφρικανικές οικονομίες δεν διαθέτουν αξιολόγηση από κανέναν από τους τρεις μεγάλους οίκους. Ο λογαριασμός του χρέους έφτασε τα 163 δισ. δολάρια Η πρωτοβουλία έρχεται σε μια περίοδο έντονης πίεσης στα δημόσια οικονομικά πολλών χωρών. Με βάση τα στοιχεία της Αφρικανικής Ένωσης, η ετήσια εξυπηρέτηση του εξωτερικού χρέους της ηπείρου αυξήθηκε από 61 δισ. δολάρια το 2010 σε 163 δισ. δολάρια το 2024. Σε πολλές χώρες, οι πληρωμές τόκων ξεπερνούν τους ετήσιους προϋπολογισμούς για κρίσιμους τομείς, όπως η υγεία και η εκπαίδευση. Η προσδοκία είναι ότι πληρέστερες αξιολογήσεις και μεγαλύτερη διαφάνεια θα ενισχύσουν την εμπιστοσύνη των επενδυτών και θα βοηθήσουν στην πρόσβαση σε χρηματοδότηση. Η ίδρυση ενός νέου οίκου, πάντως, δεν εξασφαλίζει από μόνη της χαμηλότερα επιτόκια. Η δύσκολη εξέταση θα έρθει όταν πρέπει να βάλει χαμηλό βαθμό Ο AfCRA θα λειτουργεί ανεξάρτητα, με χρηματοδότηση από μετοχικά κεφάλαια και τη δραστηριότητά του. Σύμφωνα με την επίσημη παρουσίαση της Αφρικανικής Ένωσης, οι κυβερνήσεις δεν μπορούν να κατέχουν μετοχές, ως δικλίδα απέναντι στην πολιτική επιρροή. Ωστόσο, η αξιοπιστία του θα χρειαστεί να αποδειχθεί στην πράξη. Ο Ντένις Σεν, διδάσκων χρηματοοικονομικών στο International School of Management του Βερολίνου και πρώην αναλυτής της Scope Ratings, σημείωσε ότι ένας νέος οίκος ξεκινά με μια υπόσχεση, ενώ οι επενδυτές απαιτούν ιστορικό επιδόσεων. Κατά τον ίδιο, η αυστηρότερη δοκιμασία έρχεται όταν οι αγορές πιέζονται και τα συμπεράσματα μιας αξιολόγησης γίνονται δυσάρεστα. Εκεί θα κριθεί και το αφρικανικό εγχείρημα: στην ικανότητά του να προσφέρει τεκμηριωμένες αξιολογήσεις, ακόμη κι όταν αυτές απογοητεύουν τις χώρες που υποστήριξαν τη δημιουργία του. Για να επηρεάσει το κόστος δανεισμού, ο νέος οίκος πρέπει πρώτα να κερδίσει την εμπιστοσύνη όσων βάζουν τα χρήματα.