Μία εντυπωσιακή ανακάλυψη αλλάζει όσα πίστευαν μέχρι σήμερα οι επιστήμονες για το παρελθόν του Αμαζονίου. Νέα έρευνα αποκαλύπτει ότι το μεγαλύτερο τροπικό δάσος του κόσμου, το οποίο σήμερα μοιάζει με μία από τις τελευταίες πραγματικά άγριες περιοχές της Γης, φιλοξενούσε στο παρελθόν έναν εκτεταμένο πολιτισμό με εκατομμύρια κατοίκους, οργανωμένες κοινότητες, οδικά δίκτυα και μεγάλα τελετουργικά κέντρα. Χρησιμοποιώντας προηγμένη τεχνολογία σάρωσης με λέιζερ, οι ερευνητές εντόπισαν εκατοντάδες άγνωστες έως σήμερα τελετουργικές κατασκευές που βρίσκονταν κρυμμένες κάτω από το πυκνό φύλλωμα του τροπικού δάσους. Τα ευρήματα δείχνουν ότι ο αρχαίος πολιτισμός των Ακουίρι καταλάμβανε μια περιοχή αντίστοιχη σε έκταση με το Ηνωμένο Βασίλειο και ενδέχεται να είχε δημιουργήσει περισσότερα από 20.000 γήινα έργα σε ολόκληρη την περιοχή. Εκατομμύρια άνθρωποι ζούσαν στον Αμαζόνιο Οι επιστήμονες εκτιμούν ότι μεταξύ 1,25 και 3 εκατομμυρίων ανθρώπων ζούσαν στην περιοχή κατά την έναρξη της πρώτης χιλιετίας μ.Χ., ανατρέποντας τη μέχρι σήμερα επικρατούσα άποψη ότι ο Αμαζόνιος αποτελούσε μια σχεδόν ακατοίκητη και ανεπηρέαστη από τον άνθρωπο περιοχή πριν από την άφιξη των Ευρωπαίων. Οι μεγάλοι οικισμοί περιλάμβαναν πολιτικά και θρησκευτικά κέντρα, τα οποία συνδέονταν μεταξύ τους μέσω εκτεταμένου οδικού δικτύου, γεγονός που αποκαλύπτει την ύπαρξη μιας ιδιαίτερα οργανωμένης και σύνθετης κοινωνίας. Η ερευνητική ομάδα από το πανεπιστήμιο του Ελσίνκι υποστηρίζει ότι η ανακάλυψη μπορεί να μεταμορφώσει την κατανόηση της επιστημονικής κοινότητας για τον τρόπο με τον οποίο ζούσαν οι αρχαίοι πληθυσμοί σε ένα από τα πιο απαιτητικά φυσικά περιβάλλοντα του πλανήτη. Ο επικεφαλής της μελέτης, καθηγητής Μάρτι Πέρσινεν, δήλωσε χαρακτηριστικά: «Τα ευρήματά μας ανατρέπουν την κατανόησή μας για το παρελθόν της περιοχής του Αμαζονίου». Η τεχνολογία LiDAR αποκάλυψε εκατοντάδες άγνωστες κατασκευές Για τις ανάγκες της έρευνας, οι επιστήμονες χρησιμοποίησαν την εναέρια τεχνολογία σάρωσης LiDAR, η οποία εκπέμπει εκατομμύρια παλμούς λέιζερ μέσα από τα κενά της δενδρώδους βλάστησης, δημιουργώντας έναν εξαιρετικά λεπτομερή χάρτη του εδάφους που βρίσκεται κάτω από τα δέντρα. Οι σαρώσεις αποκάλυψαν σχεδόν 400 άγνωστα μέχρι σήμερα γήινα έργα, δηλαδή τεράστιες κατασκευές που δημιουργήθηκαν με εκσκαφές και διαμόρφωση του εδάφους σε μεγάλες τάφρους, αναχώματα και γεωμετρικά περιβλήματα. Στη συνέχεια, οι ερευνητές αξιοποίησαν υπολογιστικά μοντέλα για να εκτιμήσουν πόσες αντίστοιχες κατασκευές παραμένουν ακόμη αχαρτογράφητες. Σύμφωνα με τα αποτελέσματα, ενδέχεται να υπάρχουν περίπου 20.000 γήινα έργα κατανεμημένα σε έκταση περίπου 400.000 τετραγωνικών χιλιομέτρων. Πολλές από αυτές τις κατασκευές δημιουργήθηκαν με βαθιές εκσκαφές και τη συσσώρευση του χώματος σε υπερυψωμένα αναχώματα, σχηματίζοντας τεράστιους κύκλους, τετράγωνα, ορθογώνια και οκτάγωνα, ορισμένα από τα οποία εκτείνονταν σε εκατοντάδες μέτρα. Τελετουργικά και πολιτικά κέντρα αντί για οχυρά Οι επιστήμονες εκτιμούν ότι πολλά από τα γήινα έργα δεν χρησιμοποιούνταν ως οχυρά ή κατοικίες, αλλά λειτουργούσαν ως τελετουργικά και πολιτικά κέντρα, όπου οι κοινότητες συγκεντρώνονταν για τελετές, εμπορικές δραστηριότητες, γιορτές και σημαντικά κοινωνικά γεγονότα, όπως αναφέρει η Daily Mail. Σύμφωνα με τις προφορικές παραδόσεις των αυτόχθονων πληθυσμών, τα κέντρα αυτά δημιουργήθηκαν για την ενίσχυση των σχέσεων μεταξύ των διαφορετικών κοινοτήτων. Παράλληλα, αποτελούσαν χώρους συγκεντρώσεων, λήψης πολιτικών αποφάσεων και επίδειξης της γενναιοδωρίας των τοπικών αρχηγών. Οι τελετές περιλάμβαναν τελετουργικούς χορούς, μουσική, γεύματα, αθλητικούς αγώνες και παιχνίδια με μπάλα. Τα μεγαλύτερα κέντρα συνδέονταν μεταξύ τους με εντυπωσιακά ευθείς δρόμους και υπερυψωμένους διαδρόμους, στοιχείο που δείχνει ότι οι οικισμοί αποτελούσαν μέρος ενός προσεκτικά σχεδιασμένου περιφερειακού δικτύου και όχι μεμονωμένα χωριά διάσπαρτα μέσα στο τροπικό δάσος. Ο πολιτισμός διαμόρφωσε το τοπίο χωρίς να καταστρέψει το δάσος Τα ευρήματα δείχνουν ότι οι Ακουίρι διαμόρφωσαν το φυσικό τοπίο σε πολύ μεγάλη κλίμακα, διατηρώντας παράλληλα εκτεταμένες δασικές εκτάσεις. Η διαπίστωση αυτή αμφισβητεί την επί δεκαετίες κυρίαρχη αντίληψη ότι ο Αμαζόνιος αποτελούσε μια παρθένα και ανεπηρέαστη περιοχή πριν από την ευρωπαϊκή αποικιοκρατία. Οι ερευνητές εξηγούν ότι οι Ακουίρι έκαιγαν τμήματα του δάσους προκειμένου να δημιουργήσουν χώρο για τα τελετουργικά κέντρα, καθώς και για καλλιέργειες καλαμποκιού, κολοκύθας και μανιόκας. Παράλληλα, ασκούσαν κηπευτική και διαχειρίζονταν πολύτιμα είδη δέντρων. Ο καθηγητής Μάρτι Πέρσινεν τόνισε ότι «η έρευνα δείχνει πως η ανθρώπινη επίδραση στο περιβάλλον του Αμαζονίου ήταν πολύ μεγαλύτερη από ό,τι πιστευόταν μέχρι σήμερα» και πρόσθεσε ότι το συμπέρασμα αυτό έχει άμεσες συνέπειες για την κατανόηση της βιοπολιτισμικής ιστορίας της περιοχής. Όπως διευκρίνισε, οι Ακουίρι δεν αποτελούσαν ένα ενιαίο κράτος, αλλά ένα δίκτυο πολλών διαφορετικών κοινοτήτων. Παραμένει άγνωστο ποιες γλώσσες μιλούσαν, πώς αποκαλούσαν οι ίδιοι τον εαυτό τους, καθώς και τι προκάλεσε τη φαινομενικά ταχεία κατάρρευση του πολιτισμού τους γύρω στο 850 μ.Χ. Χιλιάδες ακόμη αρχαιολογικοί χώροι μπορεί να παραμένουν άγνωστοι Οι ερευνητές επισημαίνουν ότι μέχρι σήμερα μόνο ένα πολύ μικρό τμήμα του Αμαζονίου έχει εξερευνηθεί με την τεχνολογία LiDAR. Αυτό σημαίνει ότι χιλιάδες ακόμη αρχαίοι οικισμοί και μνημειώδη γήινα έργα ενδέχεται να παραμένουν κρυμμένα κάτω από την πυκνή βλάστηση του τροπικού δάσους. Όπως αναφέρουν στη μελέτη που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Nature, «με βάση τόσο τα υπάρχοντα δεδομένα όσο και την τεκμηρίωση μέσω LiDAR, δείχνουμε ότι μόνο αυτή η πολιτισμική περιοχή περιλαμβάνει τόσα γήινα έργα όσα είχαν προηγουμένως εκτιμηθεί για ολόκληρη την Αμαζονία». Οι ερευνητές προτείνουν επίσης ότι ο συνολικός ανθρώπινος πληθυσμός της περιοχής κατά την περίοδο 100-300 μ.Χ. ανερχόταν μεταξύ 1,25 και 3 εκατομμυρίων ανθρώπων. Καταλήγουν, τέλος, ότι εάν αντίστοιχα αποτελέσματα επιβεβαιωθούν και σε άλλες περιοχές του Αμαζονίου, τότε θα πρέπει να επανεκτιμηθούν τόσο η πυκνότητα του προαποικιακού πληθυσμού όσο και η επίδρασή του στη σημερινή δομή των εδαφών και των δασών του Αμαζονίου, στη βιοποικιλότητα, αλλά ακόμη και σε ορισμένα μοντέλα που χρησιμοποιούνται για τη μελέτη του παγκόσμιου κλίματος.