Πρόσθεσε το Newsbeast στις προτεινόμενες πηγές σου στη Google

Η υπόθεση του λόρδου Λούκαν εξακολουθεί να αποτελεί ένα από τα μεγαλύτερα άλυτα μυστήρια στην ιστορία της Βρετανίας, περισσότερο από μισό αιώνα μετά τη δολοφονία της νταντάς Σάντρα Ρίβετ και την εξαφάνιση του αριστοκράτη. Παρότι ο λόρδος Λούκαν κρίθηκε ένοχος για τη δολοφονία στις 19 Ιουνίου 1975, δεν βρέθηκε ποτέ, ενώ οι θεωρίες για την τύχη του συνεχίζουν να τροφοδοτούν τη δημόσια συζήτηση. Μια συνέντευξη της συζύγου του, λαίδης Λούκαν, στο BBC το 1980 έδωσε νέα διάσταση σε μια υπόθεση που εξακολουθεί να εγείρει περισσότερα ερωτήματα παρά να προσφέρει απαντήσεις.

Η δολοφονία της Σάντρα Ρίβετ και η εξαφάνιση του λόρδου Λούκαν

Σύμφωνα με τα στοιχεία που προέκυψαν, τη νύχτα της 7ης Νοεμβρίου 1974 ο Βρετανός αριστοκράτης, λόρδος Λούκαν, φέρεται να κρύφτηκε στη σκοτεινή κουζίνα του υπογείου της κατοικίας του στο Μπέλγκρεϊβια του Λονδίνου, έχοντας σκοπό να δολοφονήσει την εν διαστάσει σύζυγό του. Ωστόσο, σε μια υπόθεση λανθασμένης ταυτοποίησης, σκότωσε με βίαιο τρόπο τη 29χρονη νταντά των παιδιών τους, Σάντρα Ρίβετ, και στη συνέχεια επιτέθηκε στη λαίδη Λούκαν.

Η σύζυγός του κατάφερε να διαφύγει και να ζητήσει βοήθεια, ενώ ο λόρδος Λούκαν εξαφανίστηκε. Πολλοί πίστεψαν ότι αυτοκτόνησε πέφτοντας στη θάλασσα κοντά στο Νιούχαβεν, χωρίς όμως να βρεθεί ποτέ η σορός του. Έκτοτε έχουν υπάρξει αναφορές για εμφανίσεις του σχεδόν σε όλες τις ηπείρους, με εξαίρεση την Ανταρκτική.

Τα στοιχεία και το γεγονός ότι ο κόμης εξαφανίστηκε μετά τη δολοφονία θεωρήθηκαν ιδιαίτερα επιβαρυντικά. Στις 19 Ιουνίου 1975, το δικαστήριο του ιατροδικαστή που εξέτασε την υπόθεση της Σάντρα Ρίβετ χρειάστηκε μόλις 31 λεπτά για να κρίνει τον λόρδο Λούκαν ένοχο για φόνο. Ωστόσο, η υπόθεση εξακολουθεί να περιβάλλεται από αμφιβολίες.

Τα αναπάντητα ερωτήματα γύρω από την υπόθεση

Παρά την καταδίκη, πολλά στοιχεία συνεχίζουν να προκαλούν ερωτήματα. Γιατί ένας άνθρωπος που φέρεται να απεχθανόταν το αίμα θα επέλεγε μια τόσο βίαιη μέθοδο; Πώς θα μπορούσε να μπερδέψει τη Σάντρα Ρίβετ με τη σύζυγό του κατά τη διάρκεια μιας παρατεταμένης επίθεσης; Και γιατί η λαίδη Λούκαν καθυστέρησε πριν τρέξει σε κοντινή παμπ φωνάζοντας «σκότωσε την νταντά, βοηθήστε με»;

Η ιστορικός Άλεξ φον Τούντσελμαν, παρουσιάστρια του podcast «The Lucan Obsession», υποστηρίζει ότι τόσο η εκδοχή του λόρδου όσο και εκείνη της λαίδης Λούκαν για τα γεγονότα εκείνης της νύχτας είναι «αμφισβητήσιμες». Όπως σημειώνει, «μοιάζει σαν να μην υπάρχει σχεδόν τίποτα απολύτως σταθερό στον πυρήνα της υπόθεσης, κάτι που αφήνει χώρο για θεωρίες. Είναι ένα από εκείνα τα μυστήρια που παραμένουν άλυτα και πιθανότατα θα παραμείνουν».

Ένας γάμος που κατέρρευσε

Ο Ρίτσαρντ Τζον Μπίνγκαμ, έβδομος κόμης του Λούκαν, παντρεύτηκε το 1963 τη Βερόνικα, πρώην μοντέλο και γραμματέα. Απόφοιτος του Ίτον και επαγγελματίας χαρτοπαίκτης, γνωστός με το παρατσούκλι «Lucky», είχε συσσωρεύσει σημαντικά χρέη και βρισκόταν αντιμέτωπος με χρεοκοπία την εποχή της δολοφονίας.

Μετά την εξαφάνισή του, διατυπώθηκαν υποψίες ότι τον βοήθησαν πλούσιοι φίλοι του, γνωστοί ως «Clermont Set», από το καζίνο που σύχναζαν στην πλατεία Μπέρκλεϊ. Μία από τις πιο ακραίες θεωρίες υποστήριζε ότι αυτοκτόνησε και ζήτησε το σώμα του να δοθεί στα λιοντάρια του ιδιωτικού ζωολογικού κήπου του φίλου του Τζον Άσπιναλ, ιδιοκτήτη του Clermont Club.

Η ιστορικός Ρόζμαρι Χιλ εκτιμά ότι η δημόσια εμμονή με την υπόθεση τροφοδοτείται από τις ασάφειες. Από την πλευρά της, η Άλεξ φον Τούντσελμαν θεωρεί ότι, αν η υπόθεση εκδικαζόταν σήμερα, η ετυμηγορία δεν θα ήταν απαραίτητα δεδομένη.

Όπως επισημαίνει, η κοινή γνώμη γοητεύτηκε από το γεγονός ότι αποκαλύφθηκε ένας γάμος που είχε καταρρεύσει. Η σχέση ήταν βαθιά προβληματική και το ζευγάρι είχε χωρίσει από τον Ιανουάριο του 1973, με τον λόρδο Λούκαν να εγκαταλείπει την οικογενειακή κατοικία και να μετακομίζει σε κοντινό διαμέρισμα. Η σκληρή αλλά αποτυχημένη δικαστική μάχη για την επιμέλεια των τριών παιδιών τους, σε συνδυασμό με την επικείμενη χρεοκοπία του, θεωρήθηκαν πιθανά κίνητρα.

Η συνέντευξη της λαίδης Λούκαν

Η Βερόνικα Λούκαν αντιμετώπιζε προβλήματα ψυχικής υγείας σε όλη τη διάρκεια της ζωής της και λίγα χρόνια μετά την εξαφάνιση του συζύγου της τα παιδιά τους απομακρύνθηκαν από την επιμέλειά της.

Σε μια αξιοσημείωτη συνέντευξη στο BBC και την εκπομπή «Newsnight» το 1980, η λαίδη Λούκαν δήλωσε: «Ο σύζυγός μου είναι ακόμη ζωντανός και δεν έχω κανέναν λόγο να πιστεύω το αντίθετο, αφού το σώμα του δεν έχει βρεθεί».

Αναφερόμενη στα γεγονότα του Νοεμβρίου του 1974, είπε: «Για μένα ήταν απλώς ένα σύντομο περιστατικό που έχω ξεχάσει. Έχω συνέλθει. Ήταν απλώς ένα συζυγικό θέμα».

Παρέμεινε αποξενωμένη από τα παιδιά της μέχρι τον θάνατό της το 2017.

Σήμερα, σύμφωνα με την Άλεξ φον Τούντσελμαν, η εκδοχή της θα δεχόταν πιθανώς περισσότερη αμφισβήτηση. «Δεν υποστηρίζω ότι έκανε κάτι, αλλά ίσως να μην έλεγε όλη την αλήθεια», σημειώνει.

Από την άλλη πλευρά, ο δημοσιογράφος και συγγραφέας Τζέιμς Φοξ έγραψε σε επιστολή του στο London Review of Books ότι η λαίδη Λούκαν τού περιέγραψε λεπτομερώς πώς κατάφερε να διαφύγει από τη δολοφονική επίθεση του συζύγου της και ότι δεν άλλαξε ποτέ την αφήγησή της. Όπως ανέφερε, ένα στοιχείο ήταν τόσο ασυνήθιστο που δύσκολα θα μπορούσε να έχει επινοηθεί. Όταν εκείνος προσπάθησε να την πιάσει από τον λαιμό, εκείνη κατάφερε να πει: «Μην τολμήσεις να αγγίξεις τα μαργαριτάρια μου».

Τα τελευταία ίχνη του λόρδου Λούκαν και οι θεωρίες διαφυγής

Η τελευταία επιβεβαιωμένη εμφάνιση του λόρδου Λούκαν σημειώθηκε το πρωί μετά τη δολοφονία, στο σπίτι των φίλων του Μάξγουελ-Σκοτ στο Σάσεξ. Εκεί έγραψε επιστολές στις οποίες υποστήριζε την αθωότητά του, χαρακτηρίζοντας όσα είχαν συμβεί «τραυματική νύχτα απίστευτης σύμπτωσης».

Στις επιστολές υποστήριζε ότι περνούσε τυχαία έξω από το πρώην σπίτι του, όταν είδε έναν εισβολέα και έτρεξε να βοηθήσει τη σύζυγό του. Εκτιμώντας ότι η λαίδη Λούκαν θα τον κατηγορούσε για την επίθεση, έγραψε ότι αποφάσισε να «εξαφανιστεί για λίγο».

Το Ford Corsair του βρέθηκε εγκαταλελειμμένο στο Νιούχαβεν τρεις ημέρες αργότερα. Στα καθίσματα βρέθηκαν ίχνη αίματος που αντιστοιχούσαν στη Σάντρα Ρίβετ και τη λαίδη Λούκαν, ενώ στο πορτμπαγκάζ ήταν κρυμμένος ένας μεταλλικός σωλήνας ίδιου τύπου με το όπλο της δολοφονίας.

Η θεωρία ότι προστατεύθηκε από πλούσιους φίλους

Πολλοί πίστεψαν ότι ο στενός κύκλος των πλούσιων φίλων του είχε συσπειρωθεί για να τον προστατεύσει. Ο ντετέκτιβ της αστυνομίας του Σάσεξ, Ντέρεκ Γουίλκινσον, είχε δηλώσει στο BBC ότι πίστευε πως κάποιος άλλος είχε μεταφέρει το αυτοκίνητο στο σημείο και ότι επρόκειτο για παραπλανητικό στοιχείο.

Οι αναφορές ότι η «Clermont Set» προστάτευσε τον λόρδο Λούκαν δημιούργησαν την εικόνα ενός στενά δεμένου κύκλου, με τη Daily Express να κάνει λόγο για έναν δεσμό που έμοιαζε με μασονική αδελφότητα.

Ο Τζον Άσπιναλ ενίσχυσε αυτή την εντύπωση όταν δήλωσε στο BBC το 1994 ότι «θα έκανα για αυτόν ό,τι μου ζητούσε» και ότι αν ο λόρδος Λούκαν ζητούσε άσυλο, «θα το είχε».

Το 2012, γυναίκα που ισχυρίστηκε ότι υπήρξε προσωπική βοηθός του Άσπιναλ δήλωσε στο BBC News ότι είχε κανονίσει αεροπορικά εισιτήρια για τα δύο μεγαλύτερα παιδιά του Λούκαν μεταξύ 1979 και 1981, προκειμένου να μπορέσει ο πατέρας τους να τα δει χωρίς εκείνα να το γνωρίζουν. Σύμφωνα με την ίδια, ο λόρδος Λούκαν τα παρακολουθούσε από απόσταση, χωρίς να τους μιλήσει ή να αποκαλύψει την παρουσία του.

Το περιοδικό Tatler ανέφερε ότι ο κόμης φυγαδεύτηκε αποτελεσματικά από μέλος της «Clermont Set» και εξακολουθεί μέχρι σήμερα να ζει απολαμβάνοντας τη ζωή του σε πρώην αποικιακούς προορισμούς. Η εικόνα αυτή ενίσχυσε τον μύθο ενός προνομιούχου αριστοκράτη που διέφυγε, απόγονος του ανθρώπου που διέταξε την περίφημη Έφοδο της Ελαφράς Ταξιαρχίας και λάτρης των ταχύπλοων, των αγώνων έλκηθρου και των αλόγων κούρσας.

Η ξεχασμένη πλευρά της υπόθεσης: η Σάντρα Ρίβετ

Στο επίκεντρο της υπόθεσης βρίσκεται η πραγματική τραγωδία της Σάντρα Ρίβετ, η οποία συχνά επισκιάζεται από τον μύθο γύρω από τον λόρδο Λούκαν. Όπως σημειώνει η Άλεξ φον Τούντσελμαν, η φωνή της έχει ουσιαστικά χαθεί μέσα στην ιστορία.

«Πολλές φορές αναφέρονται σε εκείνη απλώς ως την νταντά και δεν λένε καν το όνομά της, ενώ όλοι επικεντρώνονται σε αυτόν τον εξαιρετικά δυσλειτουργικό αριστοκρατικό γάμο. Είναι δύσκολο για έναν ιστορικό ή έναν δημοσιογράφο να το αντιστρέψει αυτό, επειδή δεν έχουμε τίποτα από τη δική της φωνή. Δεν μπορούμε να ακούσουμε τη Σάντρα ούτε να μάθουμε τι θα έλεγε ή πώς θα έβλεπε όσα συνέβησαν. Δεν έχουμε καθόλου τη δική της πλευρά της ιστορίας».