Για τη σχέση του με την Μαρίνα Πατούλη, τον άνθρωπο με τον οποίο ήταν παντρεμένος 35 ολόκληρα χρόνια, μιλά ο περιφερειάρχης Αττικής Γιώργος Πατούλης σε σημερινή του συνέντευξή στην εφημερίδα «Τα Νέα». Όπως τονίζει χαρακτηριστικά «για τη Μαρίνα νιώθω αγάπη και τρυφερότητα. Είναι η μητέρα του παιδιού μας».

Ερωτηθείς από τη δημοσιογράφο Ζωή Λιάκα εάν τελικά ο ιδιωτικός βίος ενός πολιτικού είναι δημόσιος βίος, ο ίδιος απαντά πως αυτή «είναι η δύσκολη πλευρά ενός δημόσιου προσώπου. Προσπαθώ να διαφυλάξω τα προσωπικά μου, διότι σχετίζονται με την ψυχοσύνθεση ενός εφήβου όπως είναι ο γιος μας ο Αλέξανδρος. Οι γονείς του πήραν μια απόφαση και αυτή η απόφαση δεν πρέπει να τον σημαδέψει. Είναι ένα καλό και έξυπνο παιδί, που ελπίζω να είναι αύριο και ένας καλός και χρήσιμος άνθρωπος στην κοινωνία. Είναι σίγουρο ότι θέματα της προσωπικής ζωής ενός δημόσιου προσώπου προσφέρουν “κλειδαρότρυπα”. Πίσω από αυτό μπορεί ο καθένας να βλέπει τον εαυτό του».

Γιατί επέλεξα την Ιατρική

Ο κ. Πατούλης παράλληλα αναφέρεται στην πορεία της ζωής του τονίζοντας πως αυτή «χαρακτηρίζεται από τις προσπάθειές μου, οι οποίες ήταν και είναι προσανατολισμένες ό,τι κάνω να σχετίζεται με τη δημιουργία. Αν δεν συμβαίνει αυτό, το αλλάζω. Αλλοτρίωση για μένα είναι ό,τι δεν εμπεριέχει δημιουργία».

Και συνεχίζει: «Κατ’ αρχάς να πω ότι διάλεξα την ιατρική χωρίς να υπάρχει κάποια ιστορική διαδρομή στην οικογένειά μου. Θεώρησα ότι το εμπόριο – επάγγελμα του πατέρα μου και της μητέρας μου – δεν θα μπορούσε να μου δώσει το αποτύπωμα που ήθελα να είχα στη ζωή μου. Αφορούσε μόνο τα οικονομικά και ό,τι έχει να κάνει με την οικονομική ευρωστία. Επέλεξα την ιατρική ως την πιο ανθρωποκεντρική επιστήμη, η οποία σχετίζεται με τη ζωή και τον θάνατο. Ήμουν σίγουρος ότι μέσα από κει θα μπορούσα να δημιουργήσω, να προσφέρω στους ανθρώπους. Όταν ήμουν παιδί, είχα δύο αφίσες στο δωμάτιό μου που τις έβλεπα και έπαιρνα θάρρος και υπομονή όταν διάβαζα: του Αλεξάντερ Φλέμινγκ, που έγραφε “η αλήθεια βρίσκεται στη σιωπή του μικροσκοπίου” – τώρα την τοποθέτησα στο γραφείο μου, στον Ιατρικό Σύλλογο – και του έτερου γιατρού επαναστάτη Τσε Γκεβάρα. Έτσι γεννήθηκε η επιθυμία να κάνω κάτι για έναν καλύτερο κόσμο, μέσα από την επιστήμη και τη γνώση να δώσω ζωή σε περισσότερους ανθρώπους. Στα φοιτητικά μου χρόνια ήμουν ακομμάτιστος. Δεν ασχολήθηκα με τον συνδικαλισμό. Είχα την πεποίθηση ότι η γνώση θα μου δώσει τη δύναμη. Ήμουν παιδί της βιβλιοθήκης στην ιατρική. Εάν τυχαίο γεγονός δρομολόγησε την ενασχόλησή μου με την πολιτική».

Ακολούθως, αφηγείται τί ακριβώς συνέβη: «Σε μια εφημερία στην ορθοπεδική κλινική – μπαίναμε στο νοσοκομείο την Παρασκευή και βγαίναμε Δευτέρα μεσημέρι – ήρθα αντιμέτωπος με ένα δύσκολο περιστατικό. Στην αρχή ο Διευθυντής είπε να κάνω εγώ την εγχείρηση και μετά ο Επιμελητής μου είπε να αποτραβηχτώ γιατί “ήταν πελατειακό”. Έτσι το χαρακτήρισε. Την επόμενη μέρα ζήτησα να μου εξηγήσουν τι σημαίνει “πελατειακό”. Εμείς οι ειδικευόμενοι γιατροί ήμασταν έρμαιοι στις διαθέσεις του εκάστοτε Επιμελητή. Αποφασίσαμε, το 1994, μαζί με γιατρούς διαφόρων ειδικοτήτων να δημιουργήσουμε την ένωση ΣΕΙΑΠ (Σύλλογος Ειδικευόμενων Ιατρών Αθηνών και Πειραιώς). Η σχέση μου με τον συνδικαλισμό άρχισε στοχεύοντας στη βοήθεια των νεότερων συναδέλφων οι οποίοι αγωνιούσαν – όπως κι εγώ – για την επιστήμη τους.

Η δύσκολη σχέση με τον πατέρα του

Ο Γιώργος Πατούλης μίλησε τέλος για τις δύσκολες, όπως τις χαρακτήρισε, σχέσεις που είχε με τον πατέρα του.

«Ήταν δύσκολες. Ερχόταν μια φορά τον μήνα για μία ώρα και μας έβλεπε. Κρατάω στο μυαλό μου πολλές έντονες εικόνες, από εκείνη την εποχή που παλεύαμε για να επιβιώσουμε. Ζούσαμε σε μια γκαρσονιέρα, εγώ κοιμόμουν με τη μητέρα μου σε ένα κρεβάτι και ο αδελφός μου στο χολ. Τις περισσότερες ώρες ήμασταν μέσα στο μαγαζί της μητέρας μου, όπου δουλεύαμε. Θυμάμαι όταν είχα ένα ποίημα το μαθαίναμε όλοι μαζί δένοντας μπομπονιέρες. Προφανώς όλα αυτά που έζησα με επηρέασαν. Ήμουν κακός μαθητής στο Δημοτικό. Και φοβερά ανορθόγραφοι κι εγώ και ο αδελφός μου. Έμεινα μετεξεταστέος στις εισαγωγικές για το Γυμνάσιο. Θυμάμαι ότι χτιζόταν μία οικοδομή κοντά στο μαγαζί της μητέρας μου και έρχονταν οι εργάτες και της έλεγαν να γίνουμε τεχνίτες. Μεταξύ αυτών και ο πατέρας μου. Αλλά η μάνα μου αντιστεκόταν, διότι ήθελε να σπουδάσουμε» είπε.

Και κατέληξε: «Θα μπορούσα να είχα γίνει οικοδόμος. Όλα είναι ένα κλικ! Στο Γυμνάσιο όμως έγινα καλός μαθητής. Άλλαξε ο τρόπος που έβλεπα τον εαυτό μου. Κατάλαβα τις δυνατότητές μου από τη συναναστροφή με τα άλλα παιδιά. Συνειδητοποίησα ότι στο Δημοτικό οι επιδόσεις μου μπορεί να σχετίζονταν και με τις αντιλήψεις τις εποχής (“α, τα παιδιά της χωρισμένης”). Στο Γυμνάσιο γνώρισα την αποδοχή και άρχισα να απογειώνομαι στα θετικά μαθήματα».

TAGS