Ο λαϊκός τραγουδιστής και έξω από το σύστημα Μάνος Ζαφειρόπουλος της «Μπαλάντας της Τρύπιας Καρδιάς», ο τρελά ερωτευμένος Γιάννης της σειράς «η Λέξη που δε λες» και φυσικά, ο σκληρός και σαδιστής Μάνος Βόσκαρης των «Άγριων Μελισσών».

Αυτός είναι ο Βασίλης Μπισμπίκης. Αλλά δεν είναι μόνο αυτό… Ο ηθοποιός, ο οποίος κάθε βράδυ μπαίνει στα σπίτια μας μέσα από τη δραματική σειρά του Ant1 και μας έχει κάνει να τον μισούμε αλλά να τον αναζητούμε ταυτόχρονα, είναι πολλά περισσότερα.

Δημιουργικός, με άποψη και έντονη ανάγκη να εκφράζεται και να εκφράζει τους ανθρώπους του περιθωρίου. Το «γιατί» το εξήγησε ο ίδιος ο Βασίλης Μπισμπίκης μιλώντας στο newsbeast.gr.

– Βρισκόμαστε στο Cartel. Ένας χώρος που φτιάχτηκε από σας, από το μηδέν. Τι βρίσκουμε εδώ;

Αυτός ο χώρος έχει φτιαχτεί από το 2013. Ήταν στις μάντρες ανακύκλωσης του Βοτανικού. Στην καραντίνα του Μαρτίου, μεταφερθήκαμε εδώ, στου Ρέντη. Το κτίριο αυτό μας το παραχώρησε η Στέγη του Ιδρύματος Ωνάση. Ξαναφτιάξαμε το χώρο από την αρχή. Βέβαια, μηχανουργείο το ένα μηχανουργείο και το άλλο. Το ένα όμως ήταν 150 τετραγωνικά και αυτό είναι 1500. Μας δίνει τη δυνατότητα να τολμήσουμε να κάνουμε μεγαλύτερα πράγματα και με την στήριξη της Στέγης.

– Ποια ανάγκη σας οδήγησε να φτιάξετε αυτό το χώρο;

Η ανάγκη ήταν τότε, μαζί με έναν φίλο, τον Παναγιώτη Σούλη και τη Φαίη Τζίμα (η Φαίη είναι ακόμα, ο Παναγιώτης έχει αποχωρήσει), να κάνουμε θέατρο όπως εμείς θέλουμε να το κάνουμε, χωρίς να υπάρχει ο μεσάζοντας, τύπου παραγωγός. Από τους τρεις που ξεκινήσαμε, είμαστε τώρα 15-16 άτομα. Η ανάγκη μας να αποκτήσουμε έναν κοινό υποκριτικό κώδικα. Να μπορούμε να συνεννοηθούμε πιο γρήγορα και να μπορέσουμε να δημιουργήσουμε στο τέλος ένα καλλιτεχνικό αποτέλεσμα που να έχει μια αξία. Μέσα από δουλειά και χωρίς κανέναν μεσάζοντα με χρονικά όρια και τέτοια. Αυτή ήταν η ανάγκη. Να κάνουμε την κ@βλ@ μας.

– Με την ομάδα σας είχατε «ανεβάσει» το «Άνθρωποι και Ποντίκια». Μια παράσταση που ήταν sold out. Και τώρα θα μεταφερθεί στο σινεμά…

Στο σινεμά δεν ξέρω ακόμα αν θα μεταφερθεί. Τα δικαιώματα που έχουμε είναι για streaming. Για να μεταφερθεί στο σινεμά… έτσι κι αλλιώς οι κινηματογράφοι είναι κλειστοί. Δεν νομίζω ότι θα προλάβουμε. Καλύτερα για μας, θα ήταν να βγει σε μια πλατφόρμα ή μέσω της πλατφόρμας της Στέγης. Κάπως έτσι θα το «κυνηγήσουμε». Και θα «κυνηγήσουμε» και τα δικαιώματα για τη διασκευή που ίσως αργότερα βγει στους κινηματογράφους.

– Είστε υπέρ της προβολής παραστάσεων σε streaming;

Ήμουν πολύ κατά και είμαι ακόμα με ένα τρόπο. Για παράδειγμα: Η παράσταση «Άνθρωποι και Ποντίκια», είχε αυτήν την αποδοχή και αυτό το αποτύπωμα που είχε στο θεατή. Αν γινόταν μια λήψη όπως γίνεται στο streaming, καλλιτεχνικά δε νομίζω ότι θα επηρέαζε το θεατή τόσο όσο θα επηρεαζόταν κάποιος που ήρθε να δει την παράσταση.

– Χάνεται η ενέργεια;

Ναι, είναι μια απλή κινηματογράφηση με ένα τρικάμερο κλπ. Εμείς εδώ έχουμε κάνει κάτι διαφορετικό. Κάναμε την παράσταση ταινία. Κάναμε ένα μήνα γυρίσματα, ξοδέψαμε πάρα πολλά χρήματα, για να μπορέσουμε να κρατήσουμε αυτήν την επίδραση που είχε πάνω στο θεατή, να την έχει μέσα από την ταινία. Σ’ αυτό είμαι υπέρ. Γιατί είναι μια ταινία, είναι ένα κινηματογραφημένο έργο. Φόρμα ταινίας. Αυτό με το streaming με ανησυχεί ακόμα. Μήπως σιγά – σιγά ο θεατής ξεχαστεί στην καρέκλα του και μετά αγοράζουν εισιτήρια με θέσεις και βάλουμε και καμερούλες σε κάθε θέση. Δε γίνεται να κάνεις θέατρο σε άδειο χώρο, χωρίς θεατές. Από τη μια είναι αυτό. Από την άλλη είναι το γενικότερο κλείσιμο, το κοινωνικό. Δε θέλω να είμαστε εμείς ένα βήμα ακόμα για να κλείσουμε τους ανθρώπους μέσα. Το σκέφτομαι ακόμα.

– Όλα αυτά τα νέα δεδομένα που έχουμε, καραντίνα, εγκλεισμός, κορονοϊός, μπορούν να αποτελέσουν την αφορμή για έμπνευση σε έναν καλλιτέχνη; Γιατί εκτός από ηθοποιός, είστε και σκηνοθέτης…

Προφανώς, ναι. Πάντα όταν υπάρχει κρίση έχεις ερεθίσματα. Δηλαδή εμείς δεν έχουμε καμία δικαιολογία τώρα να πούμε ότι «οι παλιότεροι πχ δημιούργησαν μέσα στη χούντα, μέσα στον πόλεμο κλπ γιατί είχαν ερεθίσματα». Και εμείς έχουμε. Περάσαμε μια τεράστια οικονομική κρίση και τώρα έχουμε αυτήν την κρίση υγείας. Υπάρχουν τρομερά ερεθίσματα να δημιουργήσεις. Δεν πρέπει να το αφήσουμε χωρίς να το αποκωδικοποιήσουμε αυτό καλλιτεχνικά.

– Ετοιμάζετε τα Κόκκινα Φανάρια…

Ήταν μια παράσταση που σταμάτησε μια εβδομάδα πριν ξεκινήσει, στον παλιό χώρο. Οπότε τώρα πρέπει να τη φτιάξουμε από την αρχή γιατί είναι διαφορετικός ο χώρος εδώ. Άλλη η αισθητική. Πέρασε και αυτό το κομμάτι της κρίσης με την covid. Οπότε υπάρχουν άλλα ερεθίσματα πάλι να «περάσουμε» μέσα. Σα να ξεπεράστηκε με ένα τρόπο αυτό που είχαμε κάνει τότε. Οπότε πρέπει να τη «ξαναδιαβάσουμε» την παράσταση. Θα είναι μια παράσταση με αφορμή το έργο τα «Κόκκινα Φανάρια» σε trans εκδοχή όμως.

– Γιατί οι περισσότεροι σκηνοθέτες δε βάζουν στα σήριαλ και στις ταινίες τους το θέμα του κορονοϊού; Είναι ένα θέμα που έτσι κι αλλιώς απασχολεί τον κόσμο…

Υπάρχουν κάποιες σειρές που είναι σύγχρονες, αλλά ναι δεν το παίζουν. Δεν έχω παρακολουθήσει κιόλας να σου πω την αλήθεια να υπάρχει κάποιο σήριαλ που να το παίζουν αυτό. Νομίζω ότι έχει να κάνει με το αισθητικό κομμάτι πιο πολύ. Σα να το φοβούνται, τις μάσκες και αυτά. Δε ξέρω, δε μπορώ να το καταλάβω. Δηλαδή σε μια σειρά που είναι να κάνω το καλοκαίρι, «παίζει» μέσα η ιστορία της Covid. Και οι μάσκες και όλα.

– Παίρνετε έργα και τα προσαρμόζετε στο τώρα. Τι δυσκολία έχει αυτό;

Έχει δυσκολίες αλλά για μένα δε θα μπορούσε να είναι αλλιώς. Δυσκολίες έχει, ας πούμε τον «Πατέρα» του Στρίντμπεργκ που είχαμε μεταφέρει στο θέατρο Αποθήκη… Είναι τεράστιο έργο με τεράστιες φιλοσοφικές και πνευματικές επεκτάσεις. Σίγουρα, με ένα τρόπο, με αυτό που κάνουμε εμείς χάνει πολλά από τα στοιχεία του συγγραφέα. Μπορεί να το κάνει ακόμα και πιο μικρό το έργο από αυτό που είναι πραγματικά. Απ’ την άλλη, πολλά από αυτά τα θέματα που υπάρχουν μέσα, όπως είναι στον «Πατέρα», ήταν ξεπερασμένα. Δηλαδή, η κόντρα της Εκκλησίας με την Επιστήμη, το 1900 που ξεκινούσε ήταν ένα πολύ σημαντικό κομμάτι του έργου. Η μάνα λέει στον άντρα ότι «το παιδί δεν είναι δικό σου» και ξεκινάει πόλεμος αφού εκείνη την εποχή δεν υπήρχε DNA. Τώρα λύνεται εύκολα αυτό το θέμα. Θέλω να πω ότι υπάρχουν κάποια πράγματα που θέλουν «ξεσκούριασμα». Αυτό κάνουμε ουσιαστικά. Κρατώντας τον πυρήνα του έργου προσπαθούμε να το μεταφέρουμε στο τώρα. Να «ξεσκουριάσουμε» κάποια πράγματα που πιστεύουμε ότι μπορούν να κρατήσουν το κοινό σε απόσταση από αυτό. Να μην θεωρεί ότι αυτό που βλέπει είναι κάτι που συνέβαινε στο 1900 αλλά δεν μπορεί να συμβεί τώρα. Το φέρνουμε σε μια άμεση πραγματικότητα ώστε να μπορέσει το κοινό να ταυτιστεί, να τον επηρεάσει, να τον εμβολίσει πιο εύκολα. Δυσκολίες έχει πολλές σε σχέση με τις αντιστοιχίες που πρέπει να βρεις με τα θέματα του έργου. Εκεί είναι η δυσκολία και χρειάζεται επιμονή και από τους ηθοποιούς γιατί η αλήθεια είναι ότι τη μεταγραφή δεν την κάνω μόνος μου. Υπάρχει μια λειτουργία και οι ηθοποιοί μπαίνουν μέσα σε αυτήν την ιστορία. Είναι συνδημιουργοί δηλαδή 100%. Το δουλεύουμε όλοι μαζί. Αποδομούμε με έναν τρόπο τον συγγραφέα. Έχει δυσκολίες αλλά από την άλλη δεν μπορώ να κάνω διαφορετικά θέατρο. Τουλάχιστον σε αυτή τη φάση που είμαι. Μπορεί αργότερα…

– Με τις αντιδράσεις τι γίνετε; Γιατί φαντάζομαι ότι θα υπάρχουν πολλές…

Υπάρχουν ναι. Ακόμα και σε αυτό το έργο του Στάινμπεργκ, στο «Άνθρωποι και Ποντίκια», κάποιοι είπαν «τι είναι αυτό; Δεν είναι το έργο του Στάινμπεργκ». Οκ. Εμείς τις θέλουμε τις αντιδράσεις πάντως. Τις αντιδράσεις όχι αυτού του τύπου τόσο. Την αντίδραση του σοκ θέλουμε πιο πολύ γιατί η αλήθεια είναι ότι θέλουμε να σοκάρουμε τον θεατή και πιστεύουμε στο θέατρο του σοκ.

– Γιατί αυτό;

Γιατί πιστεύω ότι ο άνθρωπος εμβολίζεται πιο εύκολα με τη βία.

– Αυτός είναι και ο λόγος που οι χαρακτήρες που υποδύεστε είναι σκληροί; Θέλετε να περάσετε μηνύματα στους θεατές μέσα από αυτούς;

Όχι, απλά ασχολούμαι πολύ με το περιθώριο. Όπως είναι το «Άνθρωποι και Ποντίκια», όπως είναι και τα «Κόκκινα Φανάρια» για τρανς κλπ. Είναι ένα κομμάτι της ζωής μου που αναγνωρίζω πάρα πολύ καλά.

– Δηλαδή;

Θέλω να πω, πως επειδή έζησα χρόνια στο περιθώριο, αυτούς τους χαρακτήρες τους αναγνωρίζω καλύτερα. Είναι πιο κοντά σε μένα. Ούτε σχολείο έχω τελειώσει, μέχρι Γ’ Γυμνασίου έχω πάει, ούτε καλός είμαι στα γράμματα. Έχω μια γλώσσα του δρόμου την οποία τη ξέρω πάρα πολύ καλά. Με αυτήν τη γλώσσα γράφω. Μου είναι εμένα πιο εύκολο. Δεν μπορώ να μιλήσω άλλη γλώσσα. Αυτή είναι η γλώσσα μου. Οπότε ασχολούμαι με αυτά τα έργα. Συνήθως αυτοί οι χαρακτήρες, μέσα σε αυτά τα έργα, είναι ακραίοι. Και μ’ αρέσουν οι ακραίοι χαρακτήρες. Σκληροί δεν ξέρω αν είναι, ακραίοι είναι σίγουρα.

– Μέσα από τη βία μπορούν να περάσουν μηνύματα στον θεατή;

Η βία καθρεφτίζει τον κακό σου εαυτό. Δηλαδή, ουσιαστικά τι κάνεις… Για παράδειγμα στον «Πατέρα» το ζευγάρι που «σκοτώνεται» και στη μέση είναι ένα παιδί… Μπορεί να είναι σε μια ακραία κλίμακα αλλά ο θεατής αναγνωρίζει μέσα εκεί τον κακό του εαυτό. Αναγνωρίζει ότι κάτι παρόμοιο μπορεί να έχει κάνει στην σχέση του. Πόσο μ@λ@κ@ς και εγωιστής μπορεί να έχει γίνει σε μια σχέση. Οπότε αυτό τον κάνει αυτόματα να βλέπει τον εαυτό του σε μια κατάσταση και φαντάζομαι ότι μετά θα το ξανασκεφτεί αν θα πρέπει να γίνει τόσο μ@λ@κ@ς μπροστά στο παιδί του.

– Κεφάλαιο «Άγριες Μέλισσες» και Μάνος Βόσκαρης. Ένας χαρακτήρας σκληρός, βίαιος, σαδιστής. Δεν σας φόβισε ένας τέτοιος ρόλος;

Όχι, δε με φόβισε καθόλου. Είναι ένας καλογραμμένος ρόλος. Το σενάριο είναι μεγάλη ιστορία και αυτός ο ρόλος είναι πολύ καλά γραμμένος. Είναι αβανταδόρικος. Ίσα- ίσα. Είναι γοητευτικοί αυτοί οι τύποι για τον καλλιτέχνη, να μπαίνεις μέσα σε τέτοια παπούτσια…

– Δημιουργήθηκε ένας κακός ο οποίος όμως «τράβηξε» το κοινό. Θέλει να τον βλέπει…

Πάντα τον θέλει. Συνήθως έτσι γίνεται.

– Γιατί;

Είναι η φαντασίωση. Η βία, σε πολλές περιπτώσεις, είναι φαντασίωση. Δεν φαντασιώνονται ορισμένες γυναίκες βία; Άλλο η φαντασίωση όμως άλλο η πράξη. Αν είχαν τον Βόσκαρη μέσα στο σπίτι τους καθόλου δεν θα τον θέλανε. Αλλά σαν φαντασίωση υπάρχει. Ακόμα και στον Στάνλεϊ Κοβάλσκι όταν έκανα το «Λεωφορείο ο Πόθος» που βίαζε την Μπλανς Ντιμπουά γουστάρανε κάποιες γυναίκες. Τι να κάνουμε τώρα; Είναι μια διαστροφή, μια φαντασίωση η οποία αν γίνεται με συναίνεση είναι μια χαρά.

– Όταν ξεκίνησε το «τσουνάμι» των καταγγελιών στον καλλιτεχνικό χώρο, δεν σας δημιουργήθηκαν δεύτερες σκέψεις για το ρόλο του Βόσκαρη;

Ήταν σα να πήρε ένα βάρος ο ρόλος πάνω του. Έκανα αντιστοιχίες με γεγονότα που συνέβαιναν και ήταν λίγο περίεργο συναισθηματικά για μένα. Από την άλλη, είδες ότι η μυθοπλασία είναι μέσα στη ζωή. Και ένας τόσο ακραίος ήρωας, τελικά δεν είναι και τόσο ακραίος…

– Θα τιμωρηθεί για όλα του τα εγκλήματα ο Βόσκαρης;

Ναι! Φρικτά!

– Υπάρχει τιμωρία που να είναι αρκετή για όλα αυτά που έχει κάνει;

Υπάρχει τιμωρία, βέβαια. Ακραία. Δεν είμαι υπέρ σε τέτοιες καταστάσεις αλλά νομίζω ότι ο κόσμος θα το χαρεί. Θα ακουστεί μια ανακούφιση εκείνη την στιγμή μάλλον.

– Σας άκουσα σε μια συνέντευξη να λέτε πως ετοιμάζατε παράσταση στις φυλακές;

Ήταν να παίξει ο «Άρης Βελουχιώτης» στις φυλακές. Μετά άλλαξε ο διευθυντής των φυλακών και δεν συνεχίστηκε.

– Με ποιους συναντηθήκατε στις φυλακές;

Με πολλούς, με τους Πυρήνες της Φωτιάς, τον Βλαστό και άλλους. Δεν έγινε όμως τελικά. Είναι πολύ στενάχωρο να βλέπεις νέα παιδιά με τέτοιες ποινές.

– Μόλις ανοίξουν τα θέατρα. Θα το δοκιμάσετε ξανά; Να ετοιμάσετε μια παράσταση η οποία θα ανέβει στις φυλακές;

Ναι, θα κοιτάξουμε να δημιουργήσουμε κάτι στις φυλακές ανηλίκων.

– Υπάρχει όριο στην Τέχνη;

Όχι, κανένα. Ό,τι θέλει ο καθένας κάνει. Δεν πρέπει να υπάρχει όριο.

– Υπάρχουν αντιδράσεις από το κοινό για τον Μάνο Βόσκαρη;

Βέβαια και υπάρχουν αλλά περισσότερο μέσα από τα social. Λαμβάνω μηνύματα τύπου «πήγαινε ψόφα» και «να πεθάνεις». Ταυτίζεται, ακόμα στο 2021, ο κόσμος με τους χαρακτήρες. Και νέα παιδιά, και αυτό είναι το παράξενο. Θυμάμαι μια ιστορία που μου έλεγε ο Φαίδων Γεωργίτσης, τον είχα δάσκαλο στη σχολή… Παλιά που έπαιζε στη «Λάμψη» και έκανε ένα πλούσιο. Πήγαινε στα σούπερ μάρκετ και του ζήταγε λεφτά ο κόσμος. Κάτι αντίστοιχο συμβαίνει.

TAGS