Η τελετή απονομής Όσκαρ αδιαμφισβήτητα παρουσιάζει το Χόλιγουντ στην πιο λαμπερή και αστραφτερή εκδοχή του. Οι πρωταγωνιστές επιλέγουν εκκεντρικές και πανάκριβες δημιουργίες διεθνών οίκων για να φωτογραφηθούν στο κόκκινο χαλί, ενώ το κοινό μένει καθηλωμένο στην τηλεόραση και τους υπολογιστές του, προκειμένου να παρακολουθήσει live μία από τις πιο αναμενόμενες βραδιές της χρονιάς, τουλάχιστον για τους λάτρεις του κινηματογράφου ή/ και του glam.

Όμως για τρία συνεχόμενα ιδιαίτερα χρόνια για την παγκόσμια ιστορία τα Όσκαρ έπρεπε να επαναπροσδιορίσουν εκ νέου αυτήν τη λαμπερή τους εικόνα. Το ξέσπασμα του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου κατέστησε αδύνατο για την Ακαδημία να συνεχίσει να προβάλλει το όνειρο του Χόλιγουντ χωρίς τις κατάλληλες προσαρμογές στην πραγματικότητα του πολέμου, τοποθετώντας την Ακαδημία σε μια αδέξια κατάσταση: Πώς θα μπορούσε να τιμήσει ένα σωρό αστέρια του κινηματογράφου χωρίς να φαίνεται απελπιστικά προκλητική στο ευρύ κοινό και την παγκόσμια πραγματικότητα;

Η απάντηση της Ακαδημίας κατά τις χρονιές από το 1942 έως το 1945, ήταν ένα είδος βραβείων low profile όπου οι διασημότητες αναμενόταν να ντύνονται συντηρητικά, ειδικά προσκεκλημένοι ομιλητές αναφερόντουσαν στους Συμμάχους και κανένας νικητής δεν επέστρεψε στο σπίτι με (κυριολεκτικά) χρυσό αγαλματίδιο.

Περίπου επτά μήνες αργότερα από την τελετή απονομής Όσκαρ του 1941, οι βόμβες έπληξαν το Περλ Χάρμπορ και οι ΗΠΑ μπήκαν επίσημα στον Β ‘Παγκόσμιο Πόλεμο. Η ηγεσία της Ακαδημίας ανησυχούσε ότι η διοργάνωση ενός λαμπρού πάρτι, ενώη χώρα βρισκόταν σε πόλεμο, θα έστελνε λάθος μήνυμα. Το διοικητικό συμβούλιο ψήφισε αρχικά να ακυρώσει εντελώς τα Όσκαρ, μια απόφαση που ανακοίνωσε σε δήλωση στον Τύπο στα τέλη Δεκεμβρίου 1941.

Ωστόσο, η επιρροή του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου επεκτάθηκε πολύ πέρα ​​από τις διακοσμήσεις και τη λίστα επισκεπτών κατά την διάρκεια των βραδιών Όσκαρ. Μεταξύ του 1942 και του 1945, τα Όσκαρ επιβραβεύουν συνήθως πατριωτικές ταινίες, με πρωταγωνιστές απλούς ανθρώπους της διπλανής πόρτας να υπόκεινται σε εξαιρετικές θυσίες για τη νίκη των Συμμάχων.

Η ατμόσφαιρα του πολέμου διείσδυσε, επίσης, στις ομιλίες αποδοχής, ιστορικά σύντομες και με πολιτικές κατευθύνσεις. Στην ομιλία αποδοχής της Καλύτερης Ηθοποιού το 1943 για την ερμηνεία της στην ταινία «Mrs. Miniver», η Greer Garson ανέφερε χαρακτηριστικά ότι «ο έπαινος από την κυβέρνησή μας, τις ένοπλες δυνάμεις και από τους συμμάχους μας για τη δουλειά που έχουμε κάνει πρέπει να μας κάνει να είμαστε αποφασισμένοι να συνεχίσουμε».

Αλλά ίσως το πιο αξιοσημείωτο σημάδι λιτότητας του πολέμου ήταν το γεγονός ότι λόγω έλλειψης μετάλλων, η Ακαδημία αναγκάστηκε να επιλέξει νέο υλικό για τα χρυσά αγαλματάκια που έπαιρνε ο κάθε νικητής. Ενώ τα αγαλματίδια ήταν παραδοσιακά χάλκινα και με επίχρυσο φινίρισμα, αυτά που παραδόθηκαν το 1943, το 1944 και το 1945 ήταν κατασκευασμένα από γύψο με επικάλυψη χάλκινης λάκας.

Μια διαδικασία που οι New York Times είχαν περιγράψει ως «μια δουλειά των 12 δολαρίων, που μοιάζει με το περίφημο αγαλματίδιο των 90 δολαρίων». Ωστόσο, οι νικητές διαβεβαιώθηκαν ότι θα μπορούσαν να ανταλλάξουν τα γύψινα Όσκαρ τους με την πιο λαμπερή και ακριβότερη εκδοχή τους, μόλις ο πόλεμος θα τελείωνε.

Μετά το τέλος του πολέμου, η Ακαδημία επέστρεψε και πάλι στις λαμπερές της ρίζες, με τους πρωταγωνιστές της βραδιάς να εμφανίζονται στο κόκκινο χαλί πιο λαμπεροί και εκθαμβωτικοί από ποτέ.

TAGS