Πείτε τα αντιδεοντολογικά, ανήθικα και απαγορευμένα, πείτε τα φρικιαστικά, αποτρόπαια και στυγερά, και θα έχετε σε όλα δίκιο.

Γιατί είναι πράγματι ακριβώς αυτό: όταν ο άνθρωπος μετατρέπεται σε κτήνος για «επιστημονικούς» σκοπούς και «ερευνητικές» ανάγκες.

Όταν ο άνθρωπος κακοποιεί τους συνανθρώπους του χωρίς τύψεις και δεύτερες σκέψεις.

Ο ανθρώπινος πειραματισμός βέβαια και η κλινική ηθική έχουν εξελιχθεί με τα χρόνια.

Γιατί δεν είναι πολύ παλιά οι εποχές που χρησιμοποιούνταν ως πειραματικά υποκείμενα φυλακισμένοι, σκλάβοι και άνθρωποι του περιθωρίου.

Ούτε και απέχουμε τόσο από τα χρόνια που φωτισμένοι γιατροί δοκίμαζαν στον εαυτό τους τα πειράματά τους, απρόθυμοι να ρισκάρουν τις ζωές των άλλων. Για τον αυτο-πειραματισμό έχουμε μιλήσει και παλιότερα, με επιστήμονες που έγιναν αυτοβούλως πειραματόζωα του εαυτού τους.

Με αυτά υπόψη, ας δούμε 10 διαβόητες υποθέσεις πειραμάτων σε ανθρώπους, με την ελπίδα ότι έχουμε διδαχθεί ως ανθρωπότητα για την ανηθικότητα της πράξης αλλά και τη μεθοδολογικά παρακινδυνευμένη επιστημονική γνώση που αποκτιέται από τέτοιες αντιδεοντολογικές πρακτικές…

Το Πείραμα του Στάνφορντ

Το περίφημο «Stanford Prison Experiment» ήταν μια ψυχολογική δοκιμασία που σχεδιάστηκε για να μελετήσει τις ανθρώπινες αντιδράσεις σε κατάσταση εγκλεισμού αλλά και τις συμπεριφορικές αλλαγές τόσο των τροφίμων όσο και των δεσμοφυλάκων. Το πείραμα εκτελέστηκε το 1971 από ομάδα ερευνητών, με επικεφαλής τον διαπρεπή ψυχολόγο Φιλίπ Ζιμπαρντό, στο υπόγειο του τμήματος Ψυχολογίας του Πανεπιστημίου Στάνφορντ, που είχε μετατραπεί κατάλληλα σε φυλακή. Προπτυχιακοί φοιτητές χρησιμοποιήθηκαν εθελοντικά ως πειραματικά υποκείμενα και στις δύο συνθήκες (φύλακες / κρατούμενοι): τόσο οι τρόφιμοι όσο και οι δεσμοφύλακες υιοθέτησαν σχεδόν αμέσως τους νέους τους ρόλους, υπερβαίνοντας τις αντιδράσεις που προέβλεπε η ψυχολογική δοκιμασία, καταλήγοντας σε επικίνδυνες και ακραίες καταστάσεις. Το 1/3 των «δεσμοφυλάκων» επέδειξαν «αυθεντικές» (όπως σχολιάζεται στο πείραμα) σαδιστικές τάσεις, με τους περισσότερους «κρατουμένους» να τραυματίζονται ψυχολογικά (και να κακοποιούνται σωματικά), ωθώντας τον Ζιμπαρντό να εγκαταλείψει άρον-άρον το πείραμα…

Η Τερατώδης Μελέτη

Την ονόμασαν «Monster Study» και όχι άδικα: επρόκειτο για μια πειραματική δοκιμασία που θα τέσταρε μια νέα θεωρία για τον παιδικό τραυλισμό. Το πείραμα εκτελέστηκε σε 22 ορφανά παιδιά του Ντάβενπορτ της Αϊόβα και διεξήχθη το 1939 από τον Wendell Johnson του Πανεπιστήμιου της Αϊόβα. Αφού χώρισε τα παιδιά σε πειραματικές ομάδες μέσα σε ελεγχόμενες συνθήκες, ο Johnson χορήγησε θετική θεραπεία λόγου στα μισά παιδιά, υμνώντας την ευχέρεια της ομιλίας τους, και αρνητική θεραπεία στα άλλα, κατακρίνοντάς τα βάρβαρα για κάθε προφορικό λάθος που μπορεί να έκαναν, αποκαλώντας τα «κεκέδες». Τι βρήκε; Ότι πολλά από τα παιδιά που δεν υπέφεραν αρχικά από διαταραχές λόγου και είχαν δεχτεί τον αρνητικό πειραματικό χειρισμό απέκτησαν αρνητικά ψυχολογικά χαρακτηριστικά, ενώ κάποια από αυτά εμφάνισαν διαταραχές λόγου που σε κάποιες περιπτώσεις διατηρήθηκαν σε ολόκληρη τη ζωή τους. Το παρατσούκλι «Monster Study» αποδόθηκε στην έρευνα από συναδέλφους του Johnson που είχαν αποτροπιαστεί από το γεγονός ότι επιδόθηκε σε πείραμα με ορφανά παιδιά για να αποδείξει τη θεωρία του! Το πείραμα παρέμεινε μάλιστα μυστικό για πολλά χρόνια, για να μην αμαυρωθεί η φήμη του επιστήμονα, με το Πανεπιστήμιο της Αϊόβα να απολογείται δημόσια για τη δοκιμασία το 2001…

Το Σχέδιο 4,1

Με κωδικό όνομα «Project 4.1» σχεδιάστηκε μια ιατρική δοκιμασία από τις Αρχές των ΗΠΑ για εκείνους τους κατοίκους των νησιών Marshall που είχαν εκτεθεί σε μεγάλες δόσεις ραδιενέργειας από την πυρηνική δοκιμή Castle Bravo της 1ης Μαρτίου 1954 στην ατόλη του Μπικίνι. Στην πρώτη δεκαετία της δοκιμής, τα αποτελέσματα της πυρηνικής έκρηξης ήταν ασαφή και διφορούμενα, χωρίς να είναι στατιστικά δυνατό να συσχετιστεί η έκθεση στη ραδιενέργεια με προβλήματα υγείας: παρά τον αυξημένο αριθμό κρουσμάτων αποβολών και δύσμορφων γεννήσεων, δεν προέκυπτε στατιστική σημαντικότητα. Στις δεκαετίες που ακολούθησαν ωστόσο οι επιπτώσεις της πυρηνικής έκρηξης ήταν αναντίρρητες: μέχρι το 1974, το 1/3 των παιδιών είχε εμφανίσει νεοπλασματικές ασθένειες, με τις κυβερνητικές υπηρεσίες να περιορίζονται να δηλώσουν πως γνώριζαν ήδη τις τραγικές επιπτώσεις της πυρηνικής ενέργειας για την υγεία του πληθυσμού που έχει εκτεθεί στην καταστρεπτική της δράση. Όσο για το ίδιο το πείραμα, που οδήγησε σε μεγαλύτερη κατανόηση των επιπλοκών της υγείας των θυμάτων του πυρηνικού ολέθρου, θεωρήθηκε από τους συμμετέχοντες ότι τους είχαν συμπεριφερθεί ως πειραματόζωα και ινδικά χοιρίδια σε πυρηνικό πείραμα…

Το Σχέδιο MKULTRA

Το «Project MKULTRA» ή «MK-ULTRA» ήταν το κωδικό όνομα για το απόρρητο ερευνητικό πρόγραμμα της CIA για τον έλεγχο του ανθρώπινου νου, που ξεκίνησε στις αρχές της δεκαετίας του ’50 και συνεχίστηκε τουλάχιστον μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του ’60. Η προσπάθεια χειραγώγησης της νοητικής κατάστασης των υποκειμένων και η προσδοκώμενη αλλαγή της εγκεφαλικής τους λειτουργίας συντελέστηκε μέσω της αθρόας χορήγησης ναρκωτικών και παραισθησιογόνων ουσιών, αλλά και άλλων «μεθοδολογιών». Περίφημη είναι η χορήγηση LSD στους υπαλλήλους της CIA, σε στρατιωτικό προσωπικό, κυβερνητικούς παράγοντες, ιερόδουλες, ψυχασθενείς αλλά και μέλη του γενικού πληθυσμού για να μελετήσουν τις αντιδράσεις των «κατηγοριών» αυτών στην ψευδαισθησιακή δράση της ουσίας. Κανείς δεν γνώριζε βέβαια ότι υποβαλλόταν σε χρήση ναρκωτικών ουσιών, με την ίδια τη στρατολόγηση πειραματικών υποκειμένων να είναι επίσης παράνομη. Η CIA έφτασε μέχρι και στο σημείο να λειτουργήσει μια σειρά οίκων ανοχής για να στρατολογήσει άντρες που θα ντρέπονταν να δημοσιοποιήσουν τα γεγονότα: τους χορηγούσαν εν αγνοία τους LSD και άλλες ουσίες και κατέγραφαν τις αντιδράσεις τους μαγνητοσκοπώντας τις ερωτικές περιπτύξεις. Το 1973, ο διευθυντής της CIA, Richard Helms, παρήγγειλε την καταστροφή των φακέλων του MKULTRA, αφήνοντας τις ανατριχιαστικές λεπτομέρειες του πειράματος στο σκοτάδι…

Οι Θεραπείες Αποστροφής

Οι νοτιοαφρικανικές δυνάμεις του Απαρτχάιντ ανάγκασαν λευκούς ομοφυλόφιλους στρατιώτες και των δύο φύλων να υποβληθούν σε «σεξουαλική αλλαγή» κατά τις δεκαετίες του ’70 και του ’80. Τι περιλάμβανε η πειραματική δοκιμασία; Χημικό ευνουχισμό, ηλεκτροσόκ και πολλές ακόμα αντιδεοντολογικές και ανήθικες τεχνικές, με τον αριθμό των ανθρώπων που υποβλήθηκαν στην αποτρόπαιη μέθοδο να φτάνει τους 900, από το 1971-1989. Τα στρατιωτικά νοσοκομεία της χώρας μεταβλήθηκαν σε κολαστήρια, με το απόρρητο πρόγραμμα να προσπαθεί να εξαλείψει την ομοφυλοφιλία από τη στρατιωτική θητεία. Οι ύποπτοι για ομοφυλοφιλικές τάσεις σύρονταν βιαίως σε στρατιωτικά ψυχιατρεία, με αυτούς που δεν μπορούσαν να «θεραπευτούν» με φάρμακα(!) να υποβάλλονται σε θεραπείες αποστροφής: ορμονοθεραπείες, βαριά ηλεκτροσόκ και άλλες ριζοσπαστικές «ψυχιατρικές» μεθόδους, που περιλάμβαναν χημικό ευνουχισμό του υποκειμένου ή ακόμα και εγχειρίσεις αλλαγής φύλου. Ο επικεφαλής των φρικτών μεθόδων αποστροφής Dr. Aubrey Levin ζει σήμερα στην Αυστραλία και είναι αξιοσέβαστο μέρος της παγκόσμιας ψυχιατρικής κοινότητας…

Τα Πειράματα της Βόρειας Κορέας

Οι υποθέσεις ανθρώπινων πειραματισμών που έγιναν σε εγκαταστάσεις της Βόρειας Κορέας είναι πολυάριθμες, με τους μελετητές να τις συγκρίνουν με τα αποτρόπαια ναζιστικά πειράματα του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Η κατάφωρη καταπάτηση των δικαιωμάτων των φυλακισμένων στη χώρα είναι κοινός τόπος για τη Βόρεια Κορέα, με την απάνθρωπη μεταχείριση των τροφίμων και την παράνομη μετατροπή τους σε πειραματικά υποκείμενα. Πενήντα υγιείς φυλακισμένες εξαναγκάστηκαν να καταναλώσουν δηλητηριασμένα φύλλα λάχανου, παρά τις φρικτές κραυγές όσων είχαν ήδη δοκιμάσει: 20 λεπτά μετά, όλες τους ήταν νεκρές, με το αίμα να αναβλύζει από κάθε κοιλότητα του σώματός τους. Η άρνηση μάλιστα να «συμμετέχει» ένας κρατούμενος στη δοκιμασία που έχει επιλεχθεί σημαίνει αυτομάτως την καταδίκη του, αλλά και της οικογένειάς του. Αναφορές υπάρχουν -από επιζήσαντες κυρίως- για παράνομα εργαστήρια εφοδιασμένα με θαλάμους αερίων, όπου τα υποκείμενα υποβάλλονται σε πειράματα βιολογικού πολέμου. Συχνά μάλιστα ο πειραματικός χειρισμός περιλαμβάνει ολόκληρες οικογένειες, οι οποίες υποβάλλονται σε τεχνικές νευρο-βιολογικού πολέμου, με τους «επιστήμονες» να παρακολουθούν τον φριχτό θάνατό τους, καταγράφοντας τις αντιδράσεις αλλά και την αποτελεσματικότητα του χειρισμού. Συμβαίνει ακόμα…

Το «Εργαστήριο Δηλητηρίου» της Σοβιετικής Ένωσης



Το «Εργαστήριο Δηλητηρίου» των σοβιετικών μυστικών υπηρεσιών, επίσης γνωστό ως Εργαστήριο 1, Εργαστήριο 2 ή «Θάλαμος», ήταν μια σειρά μυστικών εγκαταστάσεων για την έρευνα και ανάπτυξη δηλητηρίων και νέων μεθόδων εξόντωσης. Οι σοβιετικοί έλεγξαν εδώ μια μεγάλη ποικιλία δηλητηριωδών ουσιών και αερίων σε φυλακισμένους, αντιφρονούντες συνήθως, με στόχο την παραγωγή ενός άγευστου και άοσμου χημικού που θα παρέμενε μη ανιχνεύσιμο μετά τον θάνατο. Τα δηλητήρια παρουσιάζονταν μάλιστα ως «θεραπείες», με τους τροφίμους να μην έχουν άλλη επιλογή από το να τα δοκιμάσουν. Τελικά, το πολυπόθητο δηλητήριο με τις επιδιωκόμενες ιδιότητες παράχθηκε, το περίφημο C-2, έπρεπε λοιπόν να δοκιμαστεί και πάλι στους φυλακισμένους: οι σοβιετικές «επιστημονικές» αναφορές κάνουν λόγο ακόμα και για φυσική αλλαγή του υποκειμένου, με το θύμα να γίνεται πιο κοντό σε μέγεθος, να εξασθενεί αμέσως, να παραμένει ήρεμο και αμίλητο μέχρι να το βρει ο θάνατος μέσα σε 15 λεπτά. Ο επικεφαλής του προγράμματος μάλιστα, βιοχημικός Grigory Mairanovsky, δοκίμασε το νέο δηλητήριο σε μια μεγάλη ποικιλία ανθρώπων διαφόρων ηλικιών και κατηγοριών, για να έχει μια πληρέστερη εικόνα της δράσης του. Πέρα από τα φρικτά πειράματα, μια σειρά από άνθρωποι εκτελέστηκαν προσωπικά από τον Mairanovsky με άλλα δηλητήρια…

Η Έρευνα για τη Σύφιλη



Η «Tuskegee Syphilis Study» ήταν μια συνεχόμενη κλινική δοκιμασία που διενεργήθηκε από το 1932-1972 στο Tuskegee της Αλαμπάμα, στην οποία 399 ασθενείς από τη νόσο (και άλλοι 201 υγιείς άνθρωποι για την ομάδα ελέγχου), όλοι τους φτωχοί αφρο-αμερικανοί εργάτες, αντιμετωπίστηκαν κυριολεκτικά ως ινδικά χοιρίδια. Η έρευνα έγινε διαβόητη εξαιτίας ακριβώς του γεγονότος ότι δεν έλαβε υπόψη της τους ανθρώπους και τη δοκιμαζόμενη υγεία τους και θα οδηγούσε σε δραστικές αλλαγές στον τρόπο προστασίας των υποκειμένων σε κλινικές δοκιμασίες. Οι άνθρωποι που «γράφτηκαν» στο πρόγραμμα δεν ενημερώθηκαν για τη διάγνωση, ούτε έλαβαν πληροφόρηση για την κατάσταση της υγείας τους: τους είπαν απλώς ότι έχουν «κακό αίμα» και τους δελέασαν με δωρεάν αγωγές, δωρεάν μεταφορές στην κλινική, δωρεάν γεύματα, ακόμα και ασφαλιστική κάλυψη σε περίπτωση θανάτου. Το 1932, η καθιερωμένη θεραπεία της σύφιλης ήταν τοξική και επικίνδυνη και το πείραμα είχε σκοπό να καθορίσει ακριβώς αυτό: αν η αγωγή ήταν δηλαδή αποτελεσματική. Για τον λόγο αυτό, πολλοί από τους συμμετέχοντες δεν έλαβαν πραγματική θεραπεία (παρά μόνο placebo αγωγή), στην προσπάθεια να καταγραφούν οι θανατηφόρες συνέπειες της νόσου. Μέχρι το τέλος της έρευνας, μόνο 74 από τα υποκείμενα ήταν ακόμα στη ζωή…

Η Μονάδα 731

Η διαβόητη «Μονάδα 731» ήταν ένα απόρρητο πρόγραμμα έρευνας για βιολογικό και χημικό πόλεμο του Αυτοκρατορικού Ιαπωνικού Στρατού, το οποίο περιλάμβανε φονικές ανθρώπινες δοκιμασίες. Το πρόγραμμα εγκαινιάστηκε κατά τη διάρκεια του Δεύτερου Κινεζο-Ιαπωνικού Πολέμου (1937-1945) και συνεχίστηκε σε όλο τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και ήταν υπεύθυνο για τα φριχτότερα εγκλήματα πολέμου που έγιναν ποτέ από τις ιαπωνικές δυνάμεις. Οι φρικαλεότητες που διαπράχθηκαν από τον διοικητή Shiro Ishii και τους υπεύθυνους της πειραματικής δοκιμασίας στη Μονάδα 731 περιλάμβαναν: ανατομία ζωντανών ανθρώπων (ακόμα και σε εγκύους, οι οποίες μάλιστα κυοφορούσαν τα παιδιά των ίδιων των «γιατρών», μέσω βιασμών), ακρωτηριασμό ανθρώπινων μελών και επανακόλλησή τους σε άλλα μέρη του σώματος, ψύξη και απόψυξη ανθρώπινων σωμάτων, αλλά και χρήση των φυλακισμένων ως ζωντανές μαρτυρίες στη δράση χειροβομβίδων και φλογοβόλων. Οι χειρισμοί αφορούσαν ακόμα και σε ηθελημένη μόλυνση των αιχμαλώτων πολέμου με βιολογικούς παράγοντες (μασκαρεμένους ως εμβόλια) για να μελετηθούν οι συνέπειες στον ανθρώπινο οργανισμό. Η τελική λίστα των φρικαλεοτήτων ξεπερνά πραγματικά την ανθρώπινη φαντασία και δεν είναι σκόπιμο να αναφερθούν αναλυτικότερα. Αυτό που αξίζει ίσως να αναφερθεί είναι ότι ο διοικητής του κολαστηρίου Shiro Ishii πήρε χάρη από τις αμερικανικές δυνάμεις κατοχής της Ιαπωνίας στο τέλος του πολέμου και δεν πέρασε ούτε λεπτό στη φυλακή για τα κακουργήματά του, μέχρι και τον θάνατό του σε ηλικία 67 ετών…

Τα Πειράματα των Ναζί

Τα περιβόητα ναζιστικά πειράματα σε ανθρώπους ήταν κυρίως ιατρικά πειράματα που γίνονταν σε τεράστιους αριθμούς θυμάτων μέσα στα στρατόπεδα συγκέντρωσης του χιτλερικού καθεστώτος κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Στο Άουσβιτς, κάτω από τη διοίκηση του Dr. Eduard Wirths, επιλεγμένοι τρόφιμοι υποβάλλονταν σε πολυάριθμα πειράματα με σκοπό να αποκτηθεί γνώση που θα βοηθούσε το ναζιστικό στρατιωτικό προσωπικό να ανταποκρίνεται καλύτερα σε συνθήκες μάχης ή, αντιθέτως, θα αποδείκνυε τη ρατσιστική ιδεολογία του Τρίτου Ράιχ. Τότε ήταν που εγκαινιάστηκαν τα διαβόητα πειράματα σε δίδυμα αδελφάκια, για να φανούν οι ομοιότητες και οι διαφορές στη γενετική και την ευγονική των παιδιών. Η ηγετική φιγούρα ωστόσο των ναζιστικών πειραματικών κτηνωδιών ήταν ο Dr. Josef Mengele, ο οποίος δοκίμασε τις θεωρίες του σε περισσότερα από 1.500 ζεύγη διδύμων, με μόνο 200 από τα 3.000 παιδιά να επιβιώνουν από τις «έρευνές» του. Δεν ήταν ωστόσο μόνο ο Mengele: το 1942, η Luftwaffe διεξήγαγε μια σειρά από πειράματα για την υποθερμία, υποβάλλοντας τα υποκείμενα σε δριμύ ψύχος και παγωμένα νερά για ώρες, με μοιραίες επιπτώσεις για την υγεία τους. Επίσης, από τον Ιούλιο του 1942 έως τον Σεπτέμβριο του 1943, οι Ναζί ερεύνησαν εξονυχιστικά την αποτελεσματικότητα της σουλφοναμίδης, ενός συνθετικού μικροβιακού παράγοντα. Πλήγωναν λοιπόν τα θύματά τους και τα μόλυναν κατόπιν με βακτήρια, όπως ο στρεπτόκοκκος και ο τέτανος, αλλά και κομμάτια γυαλιών, χορηγώντας ταυτόχρονα σουλφοναμίδη και άλλες ουσίες για να καθοριστεί η αποδοτικότητά τους ως θεραπευτικά μέσα. Πώς να χωρέσει ο ανθρώπινος νους την ανείπωτη φρίκη και τη βάρβαρη κτηνωδία της ναζιστικής πρακτικής των ανθρώπινων πειραμάτων, με τους αριθμούς των θυμάτων να μην αφήνουν περιθώρια αμφιβολίας για τη μαζικότητα και τη γενίκευση της πρακτικής…