Αρχές Μαΐου 1992. Οι γιατροί είχαν καθαρίσει τα πνευμόνια του από τους καρκινικούς όγκους, αλλά οι πληροφορίες που έφταναν στην Ελλάδα ήταν κάπως συγκεχυμένες. Άλλες ήθελαν τους Αμερικανούς ογκολόγους να είναι αισιόδοξοι ότι είχε γλιτώσει και άλλες του έδιναν ελάχιστους μήνες ζωής.

Το δημοσιογραφικό ενδιαφέρον ήταν τεράστιο. Έλληνες και ξένοι δημοσιογράφοι, δίνανε τη δική τους μάχη για μία αποκλειστική δήλωσή του έστω και τηλεφωνική. Τα «όχι» έπεφταν απανωτά.

Την τέταρτη μέρα της νοσηλείας του στην Αμερική ο Γιώργος Γεννηματάς είχε αποφασίσει να μιλήσει. Κάλεσε τον Κώστα Χαρδαβέλλα στο τηλέφωνο:

«Έλα» του είπε με αυτή τη γνώριμη βραχνή φωνή του και με το πρώτο αεροπλάνο ο δημοσιογράφος βρέθηκε στο Μεμόριαλ στη Νέα Υόρκη.

genimmatas2

«Ανεβαίνω τρέχοντας τα σκαλιά του νοσοκομείου Μεμόριαλ και μπαίνω στον θάλαμο που μου είχε πει ο Γιώργος. Τον βρίσκω να με περιμένει βυθισμένος σε μια πολυθρόνα φορώντας τις πιζάμες του, αδυνατισμένος, αξύριστος, ταλαιπωρημένος, αλλά με τα μάτια του να πετάνε σπίθες από τη δύναμη της ψυχής του και τη θέλησή του να παλέψει με τον καρκίνο. Κάθομαι απέναντί του και πατάω το REC στο μαγνητόφωνο. «Γράψε, Κώστα. Ο Γεννηματάς κέρδισε το στοίχημα της ζωής και επιστρέφει δυνατός στην Ελλάδα να συνεχίσει το πολιτικό του έργο. Πες στον Λέοντα [ενν. Καραπαναγιώτη] αν θέλει να βάλει αυτόν τον τίτλο στη συνέντευξή μου. Μίλησα χθες με τον Ανδρέα [ενν. Παπανδρέου] και του είπα: “Πρόεδρε, σε μία εβδομάδα θα είμαι πίσω για να συνεχίσουμε τον δρόμο μας”» γράφει ο Κώστας Χαρδαβέλλας σε ένα κεφάλαιο αφιερωμένο στον Γιώργο Γεννηματά στο βιβλίο του «Κώστας Χαρδαβέλλας – Το ζεϊμπέκικο του νικητή» που είναι η δική του κατάθεση ψυχής για την μάχη με του με τον καρκίνο όπως ακριβώς την εμπιστεύτηκε στα χέρια του γιου του.

Μία ώρα κράτησε η συνέντευξη του Γεννηματά. Μίλησε για όλα. Για το δέος που ένιωθε απέναντι στον καρκίνο, για την πίστη του ότι θα τα καταφέρει, για την αγωνία του μη τυχόν και του πέσουν τα μαλλιά και κυρίως τα γένια από τις χημειοθεραπείες, για την τεράστια στέρηση που ένιωθε χωρίς τσιγάρο. Αλλά και για τις άμεσες αλλαγές που θα έπρεπε να γίνουν στα ογκολογικά νοσοκομεία της χώρας μας, για τις δυσκολίες που αντιμετώπισε όταν έστηνε το Εθνικό Σύστημα Υγείας (ΕΣΥ), για τη σύγκρουσή του με τα μεγάλα συμφέροντα στον χώρο της δημόσιας υγείας, για το όραμά του για μια Ελλάδα πιο ανθρώπινη.

4934_KOSTAS_XARDAVELAS_05122016

Καθισμένος στο πίσω κάθισμα του αμερικάνικου ταξί, στο δρόμο προς το αεροδρόμιο για την επιστροφή στην Αθήνα, ο γνωστός δημοσιογράφος πάτησε το Play, να ακούσει, να βεβαιωθεί ότι έχει γραφτεί καλά η συνέντευξη. Το μόνιμο άγχος ενός δημοσιογράφου!

Η ανακούφιση ότι το υλικό παίζει μια χαρά μπερδευόταν με την λύπη για τον γολγοθά του «πατέρα» του ΕΣΥ αλλά και με μία άγρια χαρά και ικανοποίηση για την δημοσιογραφική επιτυχία, την αποκλειστικότητα που την επόμενη μέρα θα γινόταν πρωτοσέλιδο στα Νέα και φυσικά θέμα συζήτησης σε όλη την Ελλάδα.

Τη σκέψη του διέκοψε ο Ινδός ταξιτζής με ένα «Φτάσαμε κύριε». Πάτησε το στοπ στο κασετόφωνο το ακούμπησε στο κάθισμα για να πληρώσει το ταξί και αμέσως σαν ελατήριο πετάχτηκε από την θέση του για να προλάβει το τσεκ ιν και τον έλεγχο των διαβατηρίων. Μπήκε τρέχοντας στην αίθουσα αναχωρήσεων του αεροδρομίου. Έβαλε το χέρι στην τσάντα για να βγάλει το διαβατήριο και ξαφνικά ένιωσε το πάτωμα να υποχωρεί κάτω από τα πόδια του. Το μαγνητόφωνο δεν ήταν εκεί! Θυμήθηκε το ταξί. Μέσα στη ζαλάδα, την αϋπνία, το άγχος αλλά και τον ενθουσιασμό για την αποκλειστική συνέντευξη βγήκε από το ταξί παίρνοντας μόνο την τσάντα κι όχι το πολύτιμο ηχογραφημένο υλικό.

Τέλεια…! Η συνέντευξη που ο διευθυντής Λέων Καραπαναγιώτης είχε προαναγγείλει στην έκδοση της προηγούμενης μέρας δεν υπήρχε, ήταν ξεχασμένη σε ένα μαγνητόφωνο στο πίσω κάθισμα ενός ταξί.

Τι θα έλεγε στον διευθυντή του; Τι θα ένιωθε ο Γεννηματάς που λίγες ώρες πριν τον είχε διαλέξει για να του ανοίξει την ψυχή του; Τι συνέπειες θα είχε αυτή η τραγωδία στην δημοσιογραφική του αξιοπιστία.

Δεν ήταν όμως ώρα για μοιρολόγια αλλά για λύσεις. Η αρχική σκέψη να ξανατηλεφωνήσει στον Γεννηματά για να επαναλάβουν τη συνέντευξη, τηλεφωνικώς αυτή τη φορά, γρήγορα εξανεμίστηκε γιατί ακόμα κι αν δεχόταν ο Γεννηματάς, ακόμα κι αν του το επέτρεπαν οι γιατροί υπήρχε και η μεγάλη διαφορά ώρας. Άφιξη στην Ελλάδα μετά από 11 ώρες, δηλαδή περασμένα μεσάνυχτα για την Αμερική άρα θα έπρεπε να περιμένει να ξημερώσει. Η συνέντευξη θα δημοσιευόταν με δύο μέρες καθυστέρηση…

«Κάθισα στη θέση μου στο αεροπλάνο με μία σκέψη. Δεν υπήρχε καμία περίπτωση να γυρίσω στην Ελλάδα χωρίς την αποκλειστική συνέντευξη Γεννηματά. Έβγαλα χαρτιά, μολύβια κι ένα πακέτο τσιγάρα και προσπάθησα να επιστρέψω με τη μνήμη μου σε εκείνο το δωμάτιο του νοσοκομείου Μεμόριαλ και στα όσα μου είχε πει ο Γιώργος. Έγραφα μανιωδώς ό,τι θυμόμουν από τη συνέντευξη «ακούγοντάς» την με την μνήμη μου. Μία συνέντευξη 60 λεπτών! Έφτασα στην Ελλάδα παρέδωσα τη συνέντευξη χωρίς να πω τίποτα σε κανέναν και περίμενα την επόμενη μέρα που θα δημοσιευόταν στην πρώτη σελίδα των Νέων γεμάτος αγωνία για την δική του αντίδραση» θυμάται ο γνωστός δημοσιογράφος.

Ήταν 11 Μάιου 1992. Το πρωτοσέλιδο της εφημερίδας των Νέων έχει τίτλο: «Ο Γεννηματάς από τη Νέα Υόρκη: Κέρδισα το στοίχημα ζωής» και ακριβώς από κάτω η φωτογραφία με τον ίδιο στην πολυθρόνα με τις πιτζάμες.

vqh6cu0e

«Σε ευχαριστώ πολύ για τη συνέντευξη» ακούγεται ο Γιώργος Γεννηματάς στην άλλη άκρη της γραμμής. «Ήταν εξαιρετική αν και δεν θυμάμαι να σου είπα όλα τα ωραία εκείνα λόγια που έγραψες. Και θέλω να σε ρωτήσω γιατί δεν έβαλες κάποια άλλα πράγματα που σου είπα για το ΕΣΥ; Έκρινες ότι δεν είχαν ενδιαφέρον ή υπήρχε κάποιο άλλο πρόβλημα;»

Είχε φτάσει η ώρα της αλήθειας! Ο Κώστας Χαρδαβέλλας του είπε για το μαγνητόφωνο που ξέχασε στο ταξί και περίμενε την αντίδρασή του. Τον άκουσε να ξεκαρδίζεται στα γέλια. «Και πώς έγραψες δύο σελίδες συνέντευξη χωρίς να έχεις τη συνέντευξη;» ρώτησε γελώντας.

«Από το μυαλό μου ρε Γιώργο, έγραψα ό,τι θυμόμουν. Προσπάθησα να μην αλλάξω το νόημα αλλά καταλαβαίνεις ότι δεν γινόταν να αποδοθούν όπως ακριβώς μου τα είπες» του απάντησε ο δημοσιογράφος.

«Λοιπόν από εδώ και πέρα θα σε φωνάζω ελέφαντα. Τέτοια μνήμη μόνο οι ελέφαντες έχουν» του είπε χωρίς να σταματήσει να γελάει.

gennimatas1

Τρεις μέρες μετά την επιστροφή Γεννηματά από την Αμερική στην Ελλάδα ένας μεταφορέας δεμάτων του παρέδωσε στο γραφείο ένα δέμα. Αποστολέας ήταν ο Γεννηματάς. Παραλήπτης ήταν ο Κώστας Χαρδαβέλλας. Μέσα στο κουτί υπήρχε ένα ολοκαίνουριο μαγνητόφωνο και μία ιδιόχειρη κάρτα που έγραφε: «Για την επόμενη συνέντευξη μας…».

Ο Γιώργος Γεννηματάς πέθανε στις 25 Απριλίου του 1994 σε ηλικία μόλις 55 ετών. Έξι μήνες νωρίτερα είχε χάσει την σύζυγό του Κάκια Βέργου, με την οποία ήταν μαζί από τα φοιτητικά του χρόνια και απέκτησε δυο κόρες, την Φώφη, την σημερινή πρόεδρο του ΠΑΣΟΚ, και την Μαίρη. Πολλά νοσηλευτικά ιδρύματα της χώρας έχουν το όνομά του, τιμώντας με αυτόν τον τρόπο το έργο στον τομέα της δημόσιας υγείας.

  • Το πρωτοσέλιδο των Νέων είναι ευγενική παραχώρηση του Κώστα Χαρδαβέλλα