Η ηγετική μορφή του δημοκρατικού αγώνα των Βρετανίδων για ίσα πολιτικά δικαιώματα δεν θα δίσταζε να χρησιμοποιήσει ακόμα και τρομοκρατικές μεθόδους για να ακουστεί η φωνή της.

Η περίφημη σουφραζέτα ήταν μαχητική, διεκδικητική, απόλυτη: «Η ανθρώπινη ζωή είναι για μας ιερή», θα εκφωνήσει, «λέμε όμως ότι αν μια ζωή πρέπει να θυσιαστεί, αυτή θα είναι η δική μας. Δεν θα το κάνουμε μόνες μας, θα φέρουμε όμως τον εχθρό σε τέτοια θέση που θα πρέπει να διαλέξει ανάμεσα στο να μας δώσει ελευθερία ή να μας δώσει θάνατο»!

Οι ανατρεπτικές και απροσδόκητες μέθοδοι διεκδίκησης της πολιτικής ακτιβίστριας, που περιλάμβαναν σαφώς πράξεις βίας, θα έπαιζαν καθοριστικό ρόλο στην εκχώρηση ψήφου στη γυναίκα από το ανδροκρατούμενο πολιτικό σύστημα της Βρετανίας, κάνοντάς τη μια από τις οικουμενικότερες μορφές του παγκόσμιου γυναικείου κινήματος.

Έζησε άλλωστε σε μια εποχή ραγδαίων κοινωνικών εξελίξεων σε κάθε επίπεδο, βοηθώντας καθοριστικά στην αλλαγή του ρόλου της γυναίκας μέσα από το δικαίωμα ψήφου…

Πρώτα χρόνια

Η Έμιλι Πάνκχερστ γεννιέται ως Emmeline Goulden στις 15 Ιουλίου 1858 σε προάστιο του Μάντσεστερ, μέσα σε πολυμελή εργατική οικογένεια δέκα και πλέον παιδιών. Οι γονείς της ήταν αμφότεροι συνειδητοποιημένοι και μαχητικοί πολιτικοί ακτιβιστές, με την εξτρεμιστική παράδοση να ρέει κυριολεκτικά στο αίμα της μικρής Έμιλι, η οποία μέσα στο κλίμα αυτό άρχισε να ενδιαφέρεται από νεαρή ηλικία για τους πολιτικούς σκοπούς που δονούσαν την οικουμένη.

Παρά το γεγονός ότι οι γονείς έκαναν τα πάντα για να λάβουν τα αγόρια της οικογένειας τη βασική εκπαίδευση, για τα κορίτσια επιφύλασσαν ρόλους στο σπίτι, με τον καλό γάμο να είναι το απόλυτο ζητούμενο. Η δίψα της μικρής Έμιλι ωστόσο για γνώση για τη φέρει στο Παρίσι, όπου θα εκπαιδευτεί σε «γυναικεία θέματα», μαθαίνοντας ωστόσο ταυτόχρονα χημεία και βιβλιοθηκονομία. Εκεί έρχεται σε επαφή με τα πολιτικά κινήματα που ξεπηδούσαν και ιδιαίτερα με τη διεκδίκηση εκ μέρους των γυναικών του δικαιώματος ψήφου.

Γάμος και πολιτικός ακτιβισμός

Επιστρέφοντας στο Μάντσεστερ, την περιμένει ο γάμος: το 1878, σε ηλικία 20 ετών, θα παντρευτεί τον κατά 24 χρόνια μεγαλύτερό της δικηγόρο Ρίτσαρντ Πάνκχερστ, ο οποίος ωστόσο θα αποδειχθεί υποστηρικτής του κινήματος των σουφραζέτων. Μαζί απέκτησαν 5 παιδιά, ενώ ο θάνατός του το 1898 θα αφήσει την Έμιλι σε κατάσταση σοκ.

Παρά τις υποχρεώσεις στο νοικοκυριό, η Έμιλι θα βρει πάντα χρόνο να ασχοληθεί με τα δημόσια πράγματα, με την ένθερμη μάλιστα υποστήριξη του συζύγου της. Από το 1880 ασχολείται ενεργά με το κίνημα των σουφραζέτων, την ίδια ώρα που στο σπίτι της οικογένειας στο Λονδίνο φιλοξενούνται φυσιογνωμίες και υποστηρικτές πολιτικών κινημάτων. Η ίδια έρχεται σε ρήξη με το κομμάτι του γυναικείου κινήματος που διεκδικούσε ψήφο μόνο για τις παντρεμένες, ισχυριζόμενη ότι όλες οι γυναίκες όφειλαν να έχουν το δικαίωμα να συμμετέχουν στα κοινά.

Με τη βοήθεια του συζύγου της, ιδρύει μια νέα γυναικεία ένωση, τη Women’s Franchise League (WFL), και ρίχνεται με τα μούτρα στον αγώνα. Η WFL θεωρούταν ριζοσπαστική, καθώς πλάι στο δικαίωμα ψήφου υποστήριζε τα ίσα δικαιώματα της γυναίκας στους τομείς του διαζυγίου και της κληρονομιάς, με τις μετριοπαθέστερες σουφραζέτες να αποκαλούν την ένωσή της «ακροαριστερή»!

Θάνατος του Ρίτσαρντ και εξτρεμιστική δράση



Παρά το δαιμόνιο πνεύμα και την ασίγαστη ακτιβιστική της δράση, οι ενέργειες της Πάνκχερστ θα κλιμακώνονταν μετά τον θάνατο του συζύγου της. Ήταν το 1903 όταν δημιουργεί την πιο μαχητική οργάνωση Women’s Social and Political Union (WSPU), έχοντας συνειδητοποιήσει ότι μέσω της ειρηνικής δράσης και της καταγγελίας η φωνή της γυναίκας δεν έφτανε στο βρετανικό κοινοβούλιο.

Η οργάνωση ήταν έτοιμη να αναλάβει «στρατιωτική δράση», όπως διαδήλωναν τα μέλη της WSPU, από την εξτρεμιστική πολιτική δράση της οποίας θα προσκολλιόταν μάλιστα ο όρος «κίνημα» στις επιδιώξεις των σουφραζέτων! Η Πάνκχερστ υπερασπιζόταν τις παράνομες τρομοκρατικές τους δράσεις ως εξής: «Η κατάσταση του φύλου μας είναι τόσο αξιοθρήνητη που είναι καθήκον μας να παραβούμε τον νόμο για να κάνουμε τον κόσμο να καταλάβει τον λόγο που το κάνουμε».

Κάτω από την καθοδήγησή της, μια παθιασμένη ομάδα γυναικών θα ήταν πλέον έτοιμη να αναλάβει δραστικά μέτρα, όπως μαζικές διαδηλώσεις και κυκλοφορία δικής τους εφημερίδας στην πρώτη φάση και κατόπιν «τρομοκρατικά» χτυπήματα, όπως σπάσιμο παραθύρων σε κτίρια σημασίας, συνθήματα στους τοίχους, προπηλακισμούς αστυνομικών, ευθείες αντιπαραθέσεις με ομάδες αντρών(!) κ.ά., αν και αργότερα θα γενικεύσουν τη δράση τους με εμπρησμούς!

Η ίδια θα συλληφθεί για πρώτη φορά τον Φεβρουάριο του 1908, όταν προσπάθησε να μπει στη βουλή για να επιδώσει ψήφισμα. Δεν θα της έπαιρνε πολύ να καταλάβει ότι η φυλάκιση έδινε στο κίνημά της μια νέα δημοσιότητα, με την ίδια να κάνει έκτοτε ό,τι μπορεί για να συλληφθεί! Τον Ιούνιο του 1909 χτυπά δύο φορές στο πρόσωπο έναν αστυνομικό για να είναι σίγουρη ότι θα τη συλλάβει, με την ίδια να συλλαμβάνεται τελικά 7 φορές πριν ολοκληρωθεί ο αγώνας της.

Σε μια από τις δίκες της μάλιστα θα πει στον δικαστή: «Δεν είμαστε εδώ γιατί παραβαίνουμε τους νόμους. Είμαστε εδώ για να φτιάξουμε τους νόμους». Η κυβέρνηση και το ανδροκρατούμενο πολιτικό κατεστημένο δεν μπορούσε να πιστέψει τις τακτικές του «ασθενούς» φύλου, με πολλές από τις σουφραζέτες της Πάνκχερστ να την ακολουθούν στη φυλακή. Οι μετριοπαθέστερες γυναικείες ενώσεις διατύπωναν ωστόσο την αντίθεσή τους στον ανορθόδοξο αγώνα της WSPU.

Από το 1905 η Πάνκχερστ θα αφοσιωθεί ολόψυχα στο κίνημα, πουλώντας το σπίτι και τα υπάρχοντά της και ξεκινώντας να ζει σχεδόν νομαδικά, πηγαίνοντας από μέρος σε μέρος για να οργανώσει τις γυναίκες και να προωθήσει τα δίκαια αιτήματά τους. Έμενε σε φιλικά σπίτια και ξενοδοχεία, ενώ έβαλε και τις 3 κόρες της στην ένωση, που θα γίνονταν μάλιστα μπροστάρισσες στον αγώνα…

Κλιμάκωση της δράσης

Η δράση της WSPU θα κατάφερνε να βάλει τον γυναικείο αγώνα στον καθημερινό δημόσιο λόγο με τη μαχητικότητα και την παραβατικότητά της. Και πάλι ωστόσο δεν ήταν αρκετό. Επόμενος σταθμός, οι απεργίες πείνας, οι οποίες μπήκαν στην πολεμική φαρέτρα της ένωσης από το 1909.

Το 1910 ήταν ωστόσο η καθοριστική στιγμή: η Πάνκχερστ οδήγησε μια διαδήλωση 300 σουφραζέτων μπροστά στο κοινοβούλιο, για να βιώσουν την αστυνομική βαρβαρότητα που είχε μάλιστα διατάξει ο υπουργός Εσωτερικών Ουίνστον Τσόρτσιλ! Για τα επόμενα δύο χρόνια οι σουφραζέτες θα κλιμάκωναν τη δολιοφθορά τους στα σπασμένα παράθυρα και τα κάγκελα σε τέτοιο βαθμό που να θεωρείται πλέον καταστροφή περιουσίας: πολλά μέλη της WSPU επικηρύχτηκαν, ανάμεσα στα οποία και η κόρη της Πάνκχερστ, Christabel, η οποία κατέφυγε στο Παρίσι για να γλιτώσει.

Η μητέρα Πάνκχερστ συνελήφθη και μεταφέρθηκε στη φυλακή, όπου ξεκίνησε απεργία πείνας. Εκεί θα την τάιζαν με το ζόρι, μια τακτική που θα τη βίωνε με τραυματικό τρόπο. Η ίδια θα συλληφθεί και θα προβεί σε απεργία πείνας πολλές φορές αυτή την εποχή (1912), με πολλές ακόμα σουφραζέτες να την ακολουθούν στην αντισυμβατική αυτή μορφή αγώνα.

Τέτοια ήταν μάλιστα η γενίκευση της απεργίας πείνας ανάμεσα στις φυλακισμένες σουφραζέτες που η κυβέρνηση Asquith θα ψήφιζε τον νόμο «της Γάτας και του Ποντικιού», που έδινε το δικαίωμα στην αστυνομία να απελευθερώνει τις κρατούμενες σουφραζέτες έπειτα από ολιγοήμερη κράτηση για να μην κάνουν απεργία πείνας!

Η ολοένα και αυξανόμενη όμως αστυνομική βαρβαρότητα προς το πρόσωπό της (και σε άλλες βέβαια μαχητικές σουφραζέτες) θα έκαναν τα μέλη της WSPU να φτιάξουν μια ομάδα από γυναίκες σωματοφύλακες για να την υπερασπίσουν από τις ορέξεις των αστυνομικών! Η ίδια κυκλοφορούσε πλέον μεταμφιεσμένη.

Από το 1912 η WSPU θα χρησιμοποιούσε άλλο ένα όπλο στην εξτρεμιστική της δράση: τον εμπρησμό. Για τα επόμενα δύο χρόνια, οι δράσεις της οργάνωσης θα κατέληγαν σε καμμένα κτίρια σε όλη τη χώρα (χωρίς θύματα ωστόσο), με τις απελπισμένες σουφραζέτες να κάνουν ό,τι σαμποτάζ μπορούσαν να σκεφτούν για να αποκτήσουν το αναφαίρετο σήμερα δημοκρατικό δικαίωμα στην ψήφο.

Προσωπικές περιπέτειες, Α’ Παγκόσμιος και δικαίωση του αγώνα

Η κλιμάκωση της δράσης της WSPU θα προκαλούσε ωστόσο τριγμούς στο εσωτερικό της, με πολλά προβεβλημένα μέλη να θεωρούν ότι είχαν φτάσει πολύ μακριά τη δολιοφθορά. Η Έμιλι αφήνει την ηγεσία της WSPU στην κόρη της Christabel, την ίδια ώρα που οι δύο άλλες κόρες της, Adela και Sylvia, είχαν φτιάξει δικό τους θύλακα μέσα στην οργάνωση, γεγονός που θα δημιουργούσε αντιπαλότητα στην οικογένεια που δεν θα λυνόταν ποτέ.

Η Έμιλι περιδιαβαίνει τη χώρα κηρύσσοντας το μήνυμα της γυναικείας ψήφου, ενώ επισκέπτεται και χώρες του εξωτερικού και κυρίως τις ΗΠΑ. Η Christabel συνέχισε τη στρατιωτική δράση της μητέρας της, με την κοινή γνώμη να είναι ωστόσο πλέον διχασμένη από τη δράση των φανατικών σουφραζέτων, που δεν γνώριζε πλέον όρια: το 1913 μια περίφημη σουφραζέτα αυτοκτόνησε πέφτοντας μπροστά στο άλογο του βασιλιά.

Το ξέσπασμα ωστόσο του πολέμου το 1914 θα έκανε την Έμιλι Πάνκχερστ να κηρύξει προσωρινή «εκεχειρία» των σουφραζέτων, θεωρώντας ότι η γερμανική απειλή ήταν τρομακτικότερη από την έλλειψη δημοκρατίας: «Τι νόημα έχει να πολεμάς για ψήφο αν δεν έχεις χώρα για να ψηφίσεις;», θα πει. Η κυβέρνηση, ως ένδειξη καλής θελήσεως, απελευθερώνει τις φυλακισμένες σουφραζέτες και η «κατάπαυση του πυρός» ξεκινά.

Και ήταν ακριβώς στην αιματοβαμμένη περίοδο του πολέμου που οι γυναίκες θα αναγκάζονταν να εργαστούν μαζικά στα εργοστάσια και θα έκαναν πολλές «ανδρικές» δουλειές, όπως οδηγοί λεωφορείων και ταχυδρόμοι, κάνοντας το στερεότυπο για τη διάκριση των φύλων να μπάζει από παντού: η ραγδαία κοινωνική αλλαγή που επέβαλλαν οι πολεμικές ανάγκες βοήθησε να εκμηδενιστεί η αντίθεση στη γυναικεία ψήφο.

Με το τέλος του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου λοιπόν, κανείς πλέον δεν έχει αντίρρηση και εκχωρείται έτσι στις Βρετανίδες άνω των 30 ετών (με μπόλικους φυσικά περιορισμούς) το πολυπόθητο δικαίωμα ψήφου!

Κατοπινά χρόνια

Μετά την εκχώρηση του δικαιώματος ψήφου, η Έμιλι Πάνκχερστ άλλαξε το όνομα της WSPU και ήταν πλέον το Γυναικείο Κόμμα (Women’s Party), συνεχίζοντας να μάχεται για πλήρη εξίσωση του δικαιώματος ψήφου και για άλλα πολιτικά οράματα.

Το 1926 ωστόσο θα τους εξέπληττε όλους όταν θα προσχωρούσε στο Συντηρητικό Κόμμα, ενώ δύο χρόνια αργότερα θα κατέβαινε στις εκλογές ως υποψήφια με τους Συντηρητικούς (αν και θα αποσυρόταν από την κούρσα εξαιτίας της κακής κατάστασης της υγείας της). Η κίνηση αυτή ερχόταν σε τραγική αντίθεση με τις παλιότερες πολιτικές επιδιώξεις της και κυρίως με τη συμπάθεια που έβλεπε μέχρι τότε τον αγώνα για την καταπολέμηση της φτώχειας. Μετά την Οκτωβριανή Επανάσταση ωστόσο, ήταν η ανησυχία της για την κομμουνιστική απειλή που θα την έκανε πιο συντηρητική στις απόψεις της.

Το 1928, εκχωρήθηκαν στις γυναίκες της Βρετανίας ίσα πολιτικά δικαιώματα με τους άντρες, με όλο τον πληθυσμό άνω των 21 ετών να έχει πλέον το δικαίωμα της ψήφου! Η Έμιλι πέθανε την ίδια χρονιά, στις 14 Ιουνίου, σε ηλικία 69 ετών, πριν προλάβει να δει την πλήρη δικαίωση του μακροχρόνιου αγώνα της…

Κληρονομιά

Σήμερα υπάρχει σοβαρή διαμάχη στο φεμινιστικό κίνημα για τον βαθμό στον οποίο βοήθησε ή εμπόδισε η εξτρεμιστική δράση της Έμιλι Πάνκχερστ τον αγώνα των γυναικών για πολιτικά δικαιώματα: άλλοι ισχυρίζονται ότι η βία των σουφραζέτων της έκανε την κυβέρνηση να κλείσει τα αυτιά της στις διεκδικήσεις τους, άλλοι πάλι βλέπουν στην αντισυμβατική της δράση τον ακρογωνιαίο λίθο της επίτευξης τελικά του στόχου το 1918.

Όποια κι αν ήταν τελικά η συνεισφορά της, η Πάνκχερστ ήταν η επιτομή της παθιασμένης γυναίκας που δούλεψε πυρετωδώς για έναν δίκαιο σκοπό και όλοι συμφωνούν ότι χάρη στην ίδια και τις δαιμόνιες ενέργειές της ο γυναικείος σκοπός απέκτησε υπόσταση, υποστηρικτές (και πολέμιους φυσικά) και μπήκε τελικά στον δημόσιο λόγο, αφού κανείς δεν μπορούσε πλέον να αγνοεί τις αντισυμβατικές σουφραζέτες…

Δείτε όλα τα πρόσωπα που φιλοξενούνται στη στήλη «Πορτραίτα» του newsbeast.gr