Ο συγγραφέας των βιβλίων «Κούφια Γη» και εκδότης του περιοδικού Strange, Παντελής Γιαννουλάκης, μιλάει στο newsbeast.gr για τις έρευνες του παράλληλου αυτού κόσμου, για το πρώτο κάλεσμα στις αναζητήσεις του αλλά και για την προκλητικά άγνωστη έννοια του Παράξενου και του Μεταφυσικού που παραμένει παρεξηγημένη.

Συνέντευξη στη Νίκη Παπάζογλου

Όπως άλλωστε δηλώνει χαρακτηριστικά «μιας και κανένας δεν γνωρίζει την φύση της πραγματικότητας οι περισσότεροι καταναλώνονται σε λογιστικού τύπου ορισμούς, στα πλαίσια ενός κακώς εννοούμενου ορθολογισμού».

Αν δεν έχουμε κάνει ό,τι καλύτερο μπορούμε με τη ζωή μας κι αφού είμαστε ακόμα ζωντανοί έχουμε μια τελευταία ευκαιρία, αφού τα μεγάλα «πράγματα», τα αληθινά σημαντικά, πάντα μένουν.



Συγγραφέας, και μάλιστα πολυγραφότατος, εκδότης, ονειροπόλος, δημιουργός του περιοδικού STRANGE, ή ερευνητής στον χώρο του «Παράξενου», ή αλλιώς Μεταφυσικού…

Είμαι απλά ένας συγγραφέας. Με ενδιαφέρουν πάρα πολλά πολύ τα παράξενα πράγματα, και –δεδομένου ότι ένας συγγραφέας συνήθως εκμαιεύει τα γραπτά του από τα ενδιαφέροντά του και τις παρατηρήσεις του– αυτό ίσως προκαλεί ένα ενδιαφέρον για τις συγγραφές μου, στους ανθρώπους που επίσης ενδιαφέρονται για παράξενα πράγματα, ας το πούμε έτσι… Δεν είμαι –ούτε νιώθω– «ερευνητής», αν και θα μου άρεσε να είμαι εξερευνητής.

Κατά καιρούς, κάνω και τον εκδότη, κατ’ ανάγκην ή και από επαγγελματικό ρομαντισμό.

Βέβαια, ανάμεσα στις παράξενες συγγραφικές και λογοτεχνικές μου επιδιώξεις, έχω κάνει αρκετές έρευνες, μελέτες και εξερευνήσεις. Αλλά πάντα πάνω σε ζητήματα και θέματα που με ενδιαφέρουν προσωπικά πάρα πολύ, τόσο ώστε να τα διερευνήσω όσο μπορώ, συνήθως για λογαριασμό μου, και πολλές φορές να μεταδώσω κάποιες ανταποκρίσεις από τέτοιες ενασχολήσεις μου, σε όποιον ενδιαφέρεται αληθινά –αλλά όχι με την ιδιότητα του «ερευνητή».

Μου φαίνεται αστείο, αν όχι αφελές ή ευτράπελο, να δηλώνει κανείς «ερευνητής» ή να τον θεωρούν οι άλλοι ως τέτοιον. Δεν καταλαβαίνω και την ακριβή σημασία της λέξης, ή της ιδιότητας, άλλωστε… Όπως κι αν έχει, σε όλη μου τη ζωή, στην Ελλάδα, και στην όχι μικρή εποπτεία μου, δεν γνωρίζω πάνω από πέντε ανθρώπους που θα μπορούσε κανείς αληθινά να τους χαρακτηρίσει ως ερευνητές…

Εγώ είμαι απλά ένας συγγραφέας. Ποτέ δεν με ενδιέφερε ιδιαίτερα τίποτε άλλο από τη συγγραφική. Ελπίζω να μπορέσω κάποτε να πω στον εαυτό μου ότι ήμουν καλός συγγραφέας. Ars Longa, Vita Brevis «Η τέχνη μακρά, ο βίος βραχύς», δυστυχώς…

Είναι κρίμα που οι άνθρωποι σε χαρακτηρίζουν όπως θέλει ο καθένας και όχι όπως θέλεις εσύ. Εγώ θα ήθελα οι άλλοι άνθρωποι να με χαρακτηρίζουν από τη συλλογή μου αξιοπερίεργων αντικειμένων (a cabinet of curiosities) –αλλά, έτσι κι αλλιώς, εδώ που τα λέμε, είναι πια πολύ διάσπαρτη για να είναι χαρακτηριστική.

Κάποιοι άνθρωποι με χαρακτηρίζουν από τα βιβλία μου, αισίως έχουν φτάσει τον αριθμό 27, τα βιβλία μου όχι οι αναγνώστες μου…, ή από τα δημοσιευμένα άρθρα και δοκίμια μου, που νομίζω ότι έχουν ξεπεράσει τα 3.000, κ.ά.

Τελικά εγώ ο ίδιος χαρακτηρίζω συγγραφικά τον εαυτό μου από τα βιβλία που θέλω να γράψω, που είναι τόσα πολλά που συνθέτουν για μένα έναν προσωπικό εφιαλτικό κόσμο. Κάθε ιδέα είναι κυριολεκτικά ένας εφιάλτης που με πιέζει βασανιστικά για να τη συγγράψω. Αυτό είναι που λένε: υποφέρω από έμμονες ιδέες… Κάνουν μεγάλη φασαρία μέσα στο κεφάλι μου πάνω στον ανταγωνισμό τους για το ποια θα υλοποιηθεί πρώτη, με αποτέλεσμα συνήθως να επαναστατώ και να μη συγγράφω καμία τους: οπότε δεν νιώθω και καθόλου «πολυγραφότατος». Αντίθετα, είμαι σίγουρα ο συγγραφέας με τα περισσότερα βιβλία και κείμενα που Θα γράψει, κάποτε…

– Πρόσφατα, παραδώσατε στην Αθήνα το πρώτο σεμινάριο για την Κούφια Γη, για την οποία έχετε γράψει και δύο βιβλία. Ποια είναι η θεωρία της Κούφιας Γης; Με ποια έννοια είναι η Γη κούφια και τί υπάρχει σ’ αυτήν;

Παραδοσιακά στο πεδίο των εναλλακτικών κοσμοθεωριών, η Θεωρία της Κούφιας Γης υποστηρίζει ότι η Γη είναι Κούφια. Υπάρχουν δύο τεράστια ανοίγματα στους Πόλους τα οποία δεν έχουν αληθινά εξερευνηθεί, που οδηγούν στο εσωτερικό της Γης – χωρίς κάποιος να αντιληφθεί ιδιαίτερα ότι εισχωρεί στο εσωτερικό – καθώς και πολλά συστήματα υπόγειων στοών σε διάφορα σημεία του κόσμου, τα οποία οδηγούν στον εσωτερικό κόσμο. Στο κέντρο της Γης υπάρχει ένας μικρός εσωτερικός ήλιος. Η απόκρυφη εσωτερική γεωγραφία της Γης, κατοικείται από κρυμμένους ανώτερους πολιτισμούς. Με δυο λόγια…

Αλλά με τον όρο «Κούφια Γη» δεν εννοούμε αποκλειστικά την παραδοσιακή Θεωρία της Κούφιας Γης, μα, νομίζω όλα τα υπόγεια μυστήρια.

Με τον χαρακτηριστικό όρο «Κούφια Γη» (Hollow Earth) ονομάζουμε όλη εκείνη τη λαβυρινθώδη θεματολογία που σχετίζεται με υπόγειους κόσμους, υποχθόνιους πολιτισμούς, υπόγειες κολάσεις και παραδείσους, τον Άδη και τον «Κάτω Κόσμο», υπόγεια μυστήρια, παράξενα σπήλαια, υπόγειες στοές, κατακόμβες και κρύπτες, σχετικές συνωμοσίες, UFO, ξωτικά, κρυφές ράτσες, μυστικά βασίλεια, υπόγειες πολιτείες, υπόγειες βάσεις, ιερατικά μυστικά, ειδικούς μυστικισμούς, παράλληλους κόσμους, αντισυμβατικές γεωλογίες και ανθρωπολογίες και αρχαιολογίες, εναλλακτική σπηλαιολογία, urban legends, μυστικιστικές και λαϊκές παραδόσεις, σχετικές αρχαίες μυθολογίες και σύγχρονες νεομυθολογίες, αλλά και μια ειδική μυστική ιστορία του κόσμου.

Έτσι κι αλλιώς, διαπιστωμένα, όλοι οι τόποι είναι κούφιοι –και οι πόλεις και όλα– και έχουν τον υπόγειο εαυτό τους, ακόμη και αν δεν είναι ολοκληρωτικά κούφιος ο ίδιος ο πλανήτης μας, που όμως είναι δεδομένο ότι είναι τουλάχιστον σαν σφουγγάρι.

Λοιπόν, «η Γη είναι κούφια και κατοικημένη στο εσωτερικό της». Πρόκειται για μια περίτεχνη και εμπεριστατωμένη εναλλακτική κοσμοθεωρία, που –από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα– ξετυλίγει τον εαυτό της από τη μυθολογία μέχρι τη θρησκεία, από τα πεδία της έρευνας του Αγνώστου και των εξερευνήσεων μέχρι τα πεδία της φανταστικής λογοτεχνίας, από τον αποκρυφισμό και τον μυστικισμό μέχρι τη συνωμοσιολογία και τα πεδία παράξενων μελετών, αλλά και ως την εναλλακτική φιλοσοφία και επιστήμη, καθώς και μέχρι τα άγνωστα ιστορικά, θρησκευτικά, και επιστημονικά παρασκήνια.

Αναπόφευκτα, όπως συμβαίνει με όλα τα μεγάλα μυστήρια, κανείς δεν ξέρει πού σταματάει η πραγματικότητα και πού αρχίζει η φαντασία σε όλα αυτά για την Κούφια Γη. Αληθινά, όμως, είναι ένα πολύ γοητευτικό και συναρπαστικό θέμα, μέσα από το οποίο κυριολεκτικά σχεδόν τα πάντα συνδέονται.

Προσωπικά, θεωρώ το ζήτημα της Κούφιας Γης ως ένα από τα μεγαλύτερα καλειδοσκόπια μυστηρίων που έχω συναντήσει…

Συνέγραψα το πρώτο βιβλίο Κούφια Γη το 1997, το οποίο προκάλεσε –ομολογουμένως παρά τη θέλησή μου – πάρα πολύ μεγάλο θόρυβο και πάμπολλες –και ανυπολόγιστες από εμένα– αλυσιδωτές αντιδράσεις. Εισήγαγε το παράξενο ζήτημα της Κούφιας Γης στην Ελλάδα, ήταν κάτι πρωτόγνωρο, «επηρέασε» αρκετούς… «συγγραφείς», γοήτευσε πολλούς αναγνώστες, με τον ίδιο τρόπο που το θέμα αυτό γοήτευσε εμένα τον ίδιο. Προκάλεσε συζητήσεις, επιτόπιες εξερευνήσεις, μελέτες, διαφωνίες, έδωσε την ευκαιρία για καταχρήσεις και φαυλότητες όλων των ειδών – τις οποίες διέπραξαν άλλοι, αλλά πολλές από αυτές αδίκως τις χρεώθηκα εγώ – δημιούργησε μεγάλες παρεξηγήσεις και παρανοήσεις, και μου προκάλεσε πολλά προβλήματα, ενοχλήσεις, και πολλές παράδοξες καταστάσεις.

Όλα αυτά, και πολλά άλλα φαινόμενα και περιστάσεις, με είχαν οδηγήσει να βλέπω με δισταγμό την έκδοση του δεύτερου βιβλίου της μελέτης μου για την Κούφια Γη, δηλαδή της συνέχειας της μεγάλης μελέτης μου. Έπειτα από δεκάδες εξερευνήσεις και περιπέτειες το βιβλίο μου αυτό, με τίτλο Είσοδος στην Κούφια Γη (εκδόσεις Άγνωστο), εκδόθηκε επτά χρόνια αργότερα, το 2004. Το συγκεκριμένο ήταν ακόμη πιο σημαντικό για μένα έργο πάνω στο μυστηριώδες αυτό ζήτημα.

Τα δύο αυτά παράξενα βιβλία, το εισαγωγικό πρώτο, και το πιο εμβαθυμένο δεύτερο, με τη διάδοσή τους και την επιρροή τους, τα τελευταία 18 χρόνια έχουν κατασκευάσει ένα υπόγειο τοπίο, ας το πούμε έτσι, το οποίο πάρα πολλοί άνθρωποι έχουν εξερευνήσει εξαιτίας των βιβλίων αυτών και των αντικατοπτρισμών τους, φυσικά με όλων των ειδών τις προθέσεις ή τους τρόπους…

Όπως ίσως καταλαβαίνετε, επίσης, αυτά τα πράγματα λειτουργούν και λίγο σαν «σπασμένο τηλέφωνο», αλλιώς ξεκινούν και αλλιώς καταλήγουν, παραλλάσσονται, διαστρεβλώνονται, δημιουργούνται αντικατοπτρισμοί τους –είναι πάντα ένα πάρα πολύ ενδιαφέρον φαινόμενο αυτό. Στην αρχή με εκνεύριζε, αλλά τώρα πλέον με διασκεδάζει, όποτε το συναντώ.

Στο ειδικό σεμινάριο που παρέδωσα πρόσφατα στην Αθήνα για την Κούφια Γη, για πρώτη φορά, έπειτα από τόσα χρόνια, το οποίο ήταν «κεκλεισμένων των θυρών», παραβρέθηκαν περίπου εβδομήντα άνθρωποι που ενδιαφέρονται ένθερμα για το ζήτημα. Νομίζω ότι δημιουργήθηκε εκεί μια αξιομνημόνευτη ατμόσφαιρα. Δέχομαι πολλές ενθαρρύνσεις να το επαναλάβω, επειδή ήταν πάρα πολλοί οι άνθρωποι που ήθελαν να παραβρεθούν αλλά για διάφορους λόγους δεν το κατάφεραν. Ελπίζω ότι σύντομα θα μου δοθεί η ευκαιρία να επαναλάβω το σεμινάριο αυτό. Άλλωστε είναι πάντα μεγάλη μου χαρά να μιλώ γι’ αυτά τα πράγματα.

Φέτος έκανα την πεντηκοστή δημόσια ομιλία μου, κάτι που ισοδυναμεί –υπολογίζω πρόχειρα– περίπου με 220 ώρες ακατάσχετης λογοδιάρροιας για τα πιο παράξενα θέματα, σε ένα συνολικό διαχρονικό ακροατήριο δέκα ή δώδεκα χιλιάδων ανθρώπων, περίπου –αν για κάποιους από αυτούς υπολογίσει κανείς και τους σωσίες τους από ομιλία σε ομιλία.

Η Κούφια Γη είναι ένας παράλληλος κόσμος.

Δεν είναι ο μόνος παράλληλος κόσμος, υπάρχουν τόσοι πολλοί!…

Ναι, ο Κρυφός Κόσμος, και όλα τα πεδία στα οποία γενικά αυτός εξαπλώνεται, είναι αυτό που ενδιαφέρει πάρα πολύ εμένα και τους Συνταξιδιώτες μου.

Φυσικά, είναι μυστικό.

-Ποια ήταν η αφορμή για την ενασχόλησή σας με τον χώρο του «Παράξενου» ή Μεταφυσικού;

Η αφορμή για την ενασχόληση μου με τον συγκεκριμένο «χώρο», όπως το θέσατε, που όμως δεν είναι καθόλου συγκεκριμένος, ήταν το κάλεσμα για το Παράξενο, το Θαυμαστό, το Μυστήριο, το Άγνωστο. Από τους συγγραφείς που διάβαζα και θαύμαζα στην παιδική μου ηλικία, κυρίως οι μεγάλοι της Φανταστικής Λογοτεχνίας, και, στη νεανική μου ηλικία, από τους ιδιαίτερους στοχαστές που ξεχώριζα και εκτιμούσα. Είχα καλούς δασκάλους!

Αυτό το «κάλεσμα» το άκουσα από τους δασκάλους μου. Τους δασκάλους μου τους ανακάλυψα ψάχνοντας για όλα εκείνα τα πράγματα που γοήτευαν την καρδιά μου και όλη μου την ύπαρξη τόσο πολύ ώστε δεν μπορούσα να τους αντισταθώ, με παρέσυραν. Ήταν εκείνοι οι άνθρωποι του παρελθόντος που είχαν από πριν ανακαλύψει όλα εκείνα που εγώ ακόμη έψαχνα, αναρωτιόμουν, γοητευόμουν από αυτά, είχα αρχίσει να τα θεωρώ σημαντικά, –αλλά και όλα εκείνα τα πράγματα για χάρη των οποίων άξιζε να «επαναστατήσει» κανείς, να αμφισβητήσει, να πολεμήσει, τελικά ακόμη και να χλευαστεί για αυτά με το να αφοσιωθεί σε αυτά.

Ήταν εκείνοι οι άνθρωποι στους οποίους στράφηκα για φως μέσα στο ιδιόμορφο σκοτάδι μου. Τους ευγνωμονώ για το φως μου, κρατώ ακόμη αναμμένη τη φλόγα που μου μετέδωσαν, και αληθινά προσπαθώ να τη δικαιώσω.

«Αυτά που αγαπήσαμε, κι άλλοι θα τ’ αγαπήσουν, κι εμείς θα τους διδάξουμε το πώς…» κατά τον ποιητή William Wordsworth.

Ήταν και εκείνο το τραίνο των πρώτων ερωτήσεων, ο ειρμός ή συρμός, το τραίνο των θαυμάτων, το ντόμινο των μυστηρίων : «Ποιος είμαι; Από πού έρχομαι; Πού βρίσκομαι; Πού πηγαίνω; Γιατί;…» κ.ά. Λένε πως «το ένα πράγμα φέρνει το άλλο»…

Έμαθα πως δεν έχει σημασία να γνωρίζουμε όλες τις απαντήσεις, αλλά το να κατανοούμε τις ερωτήσεις.

Άλλωστε, η αναζήτηση απαντήσεων δεν είναι παρά η μεταμφιεσμένη αναζήτηση νέων ερωτήσεων, αφού κάθε απάντηση που βρίσκεις γεννά νέα ερωτήματα, όλο και πιο βαθιά, όλο και πιο μακριά. Οδηγείσαι έτσι πολύ μακριά. Έξω από τον κόσμο όπως τον ήξερες, έξω από τον γνωστό κόσμο. Κάποια στιγμή ανακαλύπτεις ότι έχεις απομακρυνθεί πολύ από την ακτή, όπως όταν μαθαίνεις σιγά-σιγά όλο και καλύτερο κολύμπι.

Ξέρετε μεγαλύτερη παραβολή για το Άγνωστο, από τη θάλασσα; Εγώ ναι, τον μαύρο ουρανό από πάνω μας που δεν έχει τέλος… Κάποτε έμαθα μόνος μου πως ο Λεονάρντο ΝταΒίντσι που ζωγράφισε το μυστηριώδες χαμόγελο της Τζιοκόντα, προσπαθούσε να φτιάξει μηχανικά φτερά και πτητικές μηχανές για να πετάξει, κανείς δεν μάς το έλεγε αυτό. Δεν ήθελαν να μάθουμε ότι μπορούμε να πετάξουμε, περιορίζουν τις αναστατώσεις μας στις «καλλιτεχνικές ανησυχίες».

Το Παράξενο, είναι μια έννοια προκλητικά άγνωστη ή και παρεξηγημένη…

– Πως ορίζεται η έννοια του «Παράξενου»;

Φυσικά, το «παρά» σημαίνει «δίπλα», κοντά. Έτσι το Παράξενο σημαίνει κάτι που είναι δίπλα στο ξένο, παρά το ξένο. Υποδεικνύει δηλαδή μια έννοια που βρίσκεται ανάμεσα στο γνωστό και στο άγνωστο, ανάμεσα στο οικείο και στο ξένο, μια γέφυρα. Μια πύλη. Το Παρά-ξενο (Strange).

Μια παράλληλη παρατηρούμενη πραγματικότητα, απαράδεκτη, που βρίσκεται δίπλα στην παραδεκτή καθημερινή πραγματικότητα, μια εναλλακτική πραγματικότητα.

Το Παράξενο, ένας εισβολέας από το Ξένο που προσεγγίζει το Οικείο και κάνει την παρουσία του αισθητή συνοριακά, κάτι που έρχεται από το Άγνωστο και προσεγγίζει το Γνωστό για να γνωσθεί ή να ανα-γνωσθεί.

Ως έννοια, αποτελεί μια ενεργή σύνδεση ανάμεσα στο ξένο και στο οικείο, ανάμεσα στο γνωστό και στο άγνωστο, μια παρένθεση, ανάμεσα στη θέση και στην αντίθεση.

Δημιουργώντας το περιοδικό Strange, «το Απαγορευμένο Περιοδικό», ή egnartS, τού έδωσα και έναν άλλο εναλλακτικό τίτλο, αποδίδοντας εκκεντρικά το αγγλικό Stran-Ge στα ελληνικά: Στραν-Γη. Αυτό υπονοεί μια εναλλακτική Γη, έναν εναλλακτικό κόσμο, έναν παράλληλο κόσμο, έναν παράξενο κόσμο, μια «άλλη» Γη…. Το «Στραντζάρισμα», από το «στραντζάρω» που σημαίνει «λυγίζω μεταλλικές πλάκες» ή «απο-ευθυγραμμίζω», παραβολικά «λυγίζω το πάγιο κατεστημένο», που ταυτίστηκε με το «Στρεηντζάρω» –π.χ. κατά το «σερφάρω»– όπως αποκαλούν πολλοί αναγνώστες μας την ανάγνωση του Στρέηντζ, μιας μυστικής Γης, μιας Στραν-Γη.

Δεν γνωρίζουν πολλοί άνθρωποι ότι, στα αρχαία ελληνικά, «Παράξενος» σήμαινε «μη γνήσιος πολίτης» (παρά + ξένος).

Στην ελληνική αρχαιότητα, όπως ένας ξένος δεν μπορούσε να είναι πολίτης της πολιτείας, έτσι και ο «παρά-ξενος» ήταν εκείνος ο οποίος διέμενε στην πολιτεία αλλά, λόγω της συμπεριφοράς του ή της θέσης του, δεν ήταν –ή δεν θεωρούνταν– γνήσιος πολίτης, ή και, σε άλλες περιπτώσεις, επειδή μέχρι πρόσφατα υπήρξε ξένος, δεν είχε αποκτήσει ακόμη δικαιώματα πολίτη, ήταν υπό δοκιμή. Έτσι, όταν στην αρχαία ελληνική πραγματικότητα αποκαλούσες κάποιον «Παράξενο», εννοούσες ότι δεν ήταν αποδεκτός ως γνήσιος πολίτης.

Δηλαδή, δεν ήταν αποδεκτός σύμφωνα με τα κοινά, ή και δεν αποδεχόταν τα κοινά, κατ’ επέκταση, την «κοινή λογική. Ήταν ασύμβατος με τα ήθη και τους θεσμούς της πολιτείας παρ’ όλο που συμπεριλάμβανε τον εαυτό του σε αυτήν.

Μερικές φορές, μάλιστα, εισήγαγε και «καινά δαιμόνια», νέους θεούς ή νέες ιδέες, που δεν ήταν προς το δεδομένο κατεστημένο συμφέρον της πολιτείας, ήταν ίσως δηλαδή, θα λέγαμε, «ανατρεπτικό στοιχείο»…

Η σημασία του «Παράξενος» ως «αλλόκοτος, περίεργος, παράδοξος» είναι ελληνιστική.

Όλο αυτό, αντίστοιχα, φέρνει στο μυαλό και την αυθεντική αρχαία ελληνική έννοια της λέξης «ιδιώτης» και «ιδιωτικό». Πρωτότυπα, ο «ιδιώτης» ήταν αυτός που δεν ασχολούταν με τα κοινά, που δεν ήταν δηλαδή ενεργός ως πολίτης, και η έννοια αυτή ήταν στην ουσία βρισιά, διότι το «ιδιώτης» θεωρούνταν ταυτόσημο με το «ηλίθιος». Δηλαδή κάποιος που δεν ασχολούταν με τα κοινά, αλλά μόνο με όσα αφορούσαν στον εαυτό του, ουσιαστικά δεν θεωρούνταν αρκετά έξυπνος ώστε να κατανοεί πως η ασχολία με τα κοινά ήταν σημαντική διότι τα κοινά επηρέαζαν και τον ίδιο.

Με την πάροδο των αιώνων, η έννοια του «ιδιώτη» ως «ανόητου» ή «απαράδεκτου» έχασε αυτή την υβριστική σημασία της και κατέληξε να σημαίνει αυτό που σήμερα εννοούμε όταν λέμε «ιδιωτικό» (private), δηλαδή απλά «αυστηρά προσωπικό». Παρ’ όλα αυτά, στα αγγλικά, διατήρησε την αρχική ελληνική σημασία του, και έτσι «idiot» συνεχίζει αγγλιστί να σημαίνει τον ηλίθιο και απαράδεκτο.

Κοντολογίς, αυθεντικά, η πρωτότυπη έννοια της λέξης «Παράξενος» σήμαινε αυτόν που δεν ασχολείται καθόλου με τα πολιτικά «όπως θα έπρεπε», έναν όχι γνήσιο «πολίτη», άρα, κατ’ επέκταση, κάποιον «ιδιώτη» που «ιδιωτεύει», που έχει αποκτήσει δηλαδή ολόδικό του προσωπικό τρόπο να αντιλαμβάνεται την πραγματικότητα και να τη διαχειρίζεται αυτόνομα, χωρίς την έγκριση και την αποδοχή της πολιτείας και των πολιτικών της.

Τώρα, που εξηγήθηκε λίγο όλο αυτό, δεν θα πρέπει πλέον να σας προκαλεί απορία το γεγονός ότι το Παράξενο και τα θέματα του συνήθως δεν έχουν θέση π.χ. στις εφημερίδες ή στην τηλεόραση, ή π.χ. στα σχολεία και στα πανεπιστήμια.

Παραδείγματος χάριν, γιατί είναι εξόριστοι της έγκριτης –της εγκεκριμένης– διανόησης εκείνοι που προσεγγίζουν π.χ. την πολιτική σκηνή με τρόπο συνωμοσιολογικό, αντιλαμβανόμενοι πως η πολιτική σκηνή και τα πολιτικά πράγματα είναι αποτέλεσμα συνομωσιών, μη ασχολούμενοι με τα πολιτικά ορθώς –non politically correct– υποδεικνύοντας έτσι τους εαυτούς τους ως «μη γνήσιους πολίτες» δηλαδή «Παράξενους», και κατ’ επέκταση «ιδιώτες», μην ασχολούμενοι με τον κοινό τρόπο με τα κοινά και μη συμβαδίζοντας με την κοινή –επιβαλλόμενη– λογική.

Εγώ, προσωπικά, αντιλαμβάνομαι το «παράξενο» με την ίδια έννοια που δίνουμε σε κάτι που είναι πολύ ενδιαφέρον, κάτι που εκπέμπει γοητεία και μυστήριο, κάτι που προκαλεί την προσοχή μου, κάτι που απαιτεί διερεύνηση, κάτι που με προκαλεί και με προσκαλεί, κάτι που τελικά η ατμόσφαιρα του είναι πολύ οικεία προς εμένα.

Κάτι που είναι «δικό μας», όπως όταν λέμε «αυτός είναι δικός μας»…

Μεγάλωσα μέσα σε κύκλους ανθρώπων που όταν έλεγαν ότι κάποιος είναι «συνηθισμένος» αυτό ισοδυναμούσε με βρισιά. Όταν έλεγαν ότι κάποιος είναι «παράξενος», εννοούσαν ότι είναι «ωραίος», άξιος λόγου ή ασχολίας.

Ήταν η ροκ’ν’ρολλ οπτική, ας το πούμε έτσι. Δεν ήθελες να περνάς απαρατήρητος, δεν ήθελες να είσαι ακόμη ένας από τους συνηθισμένους ομοιογενείς ανθρώπους-ρομπότ της καθημερινότητας. Το «παράξενος» ήταν κάτι σαν τίτλος ευγενείας… Μια διάκριση.

Και το «παράξενο» ήταν αυτό που δεν βρισκόταν μέσα στα αυστηρά επιβαλλόμενα πλαίσια του Συστήματος, άρα συχνά ήταν το πρωτότυπο, το αντιστασιακό, το επαναστατικό, το περιπετειώδες, το ελεύθερο, το original, το avant garde, το μυστηριακό, το περίτεχνο, το εντυπωσιακό, το προκλητικό, το προωθημένο, το διδακτικό, το εμπνευστικό… Λοιπόν, έτσι μεγάλωσα.

Καταλαβαίνετε, ίσως, ότι μέσα στο Παράξενο, νιώθω σαν στο σπίτι μου!…

– Αντίστοιχα πως ορίζεται το «Μεταφυσικό»;

Το «Μεταφυσικό» σημαίνει, φυσικά, το «μετά το φυσικό», το μετά τη φύση, το πέρα από τη φύση μας. Η το μετά και το πέρα από αυτό που εμείς θεωρούμε ως «φύση», μια θεώρηση που συνεχώς υπόκειται σε αλλαγές, ανάλογα με το γνωσιολογικό μας επίπεδο.

Η πρώτη και μόνιμη ασχολία των αρχαίων Ελλήνων φιλοσόφων, των πατέρων της Φιλοσοφίας, ήταν η έρευνα και συγγραφή ενός συγγράμματος «Περί Φύσιος» («για τη Φύση»). Το αρχετυπικό ερώτημα της φιλοσοφίας ήταν και είναι: «Ποια είναι η φύση των πραγμάτων;»

Η έρευνα για τη φύση της πραγματικότητας.

Τι είναι η πραγματικότητα;

Στη ζωή μου, έχω παρατηρήσει την αντίφαση ότι κανένας από τους υπερασπιστές εκείνης της μορφής της πάγιας και στερεής πραγματικότητας, δεν γνωρίζει τι ακριβώς είναι η πραγματικότητα. Το βασικό δηλαδή, η βάση, στην οποία στηρίζονται, δηλαδή ποια είναι η φύση της πραγματικότητας –και, της αντίληψής της. Καταναλώνονται έτσι σε λογιστικού τύπου ορισμούς, στα πλαίσια ενός κακώς εννοούμενου Ορθολογισμού. Κατ’ επέκταση, η έννοια τους, του «εξωπραγματικού», συνήθως είναι κυρίως αυθαίρετη, ανόητη και εντελώς υποκειμενική. Με αυτό εννοούν δηλαδή το «παράλογο», σύμφωνα με τη στενή λογική που τους έχει διδαχθεί. Εγώ προσωπικά, ιδεαλιστικά, είμαι αρνητής της ίδιας της έννοιας της «αντικειμενικότητας», που για μένα υποδεικνύει κάποια παρανόηση, ή μια σιωπηλή σύμβαση, ή απλά κάποιο εξουσιαστικό τρικ.

Ο όρος «Μεταφυσική» έχει προκύψει από το έργο «Μετά τα Φυσικά» του Αριστοτέλη. Βιβλιογραφικά, απλώς ακολουθεί τα «Φυσικά» του ιδίου.

Επειδή ο Αριστοτέλης υπήρξε ο πρώτος πανεπιστήμων και κατ’ επέκταση ο πρώτος επιστήμονας, και επειδή ο σύγχρονος όρος «Φυσική» έχει προκύψει από τα συγγράμματα «Περί Φύσιος» των αρχαίων Ελλήνων φιλοσόφων, από το έργο αυτό του Αριστοτέλη, δημιουργήθηκε η αντίληψη ότι η έννοια «Μεταφυσική» αναφέρεται στην επιστημονική «Φυσική» -όπως αυτή διδάσκεται σήμερα στους Φυσικούς στα πανεπιστήμια, αλλά και στα σχολεία. Δηλαδή ότι μιλάει για μια Φυσική πέρα από τη Φυσική, μια μη γνωστή Φυσική, ή μια ανατροπή της επιστήμης της Φυσικής, ή απλά μια επίδοξη αναβάθμισή της.

Πρόκειται όμως για παρεξήγηση. Το «Μεταφυσική», σύγχρονα, αναφέρεται στο Μετά από τη Φύση, στο Πέρα από τη Φύση, όπως π.χ. όταν λέμε «η ζωή μετά τον θάνατο», ή το «μεταμοντέρνο», κλπ. Η Μεταφύση. Αναφέρεται δηλαδή στο πνευματικό, στο Πέρα από την ύλη, ή στο Πέρα από την «Πραγματ-ικότητα» δηλαδή από τη δική μας «κατάσταση των πραγμάτων». Γι’ αυτό, άλλωστε, μιλώντας γι’ αυτά τα πράγματα, αναφερόμαστε και στη «Μεταφυσική Φιλοσοφία».

Η Μεταφυσική είναι η μελέτη και η ενασχόληση με το πνευματικό, όχι με το υλικό, με το «εξωπραγματικό», με το «υπερβατικό», και όχι η άρνηση –ή απλά το ξεπέρασμα– των νόμων της φυσικής.

Είναι κοινό γνωσιολογικό τυπολογικό σφάλμα, ένα μπέρδεμα ορισμών, πολλοί άνθρωποι να μπερδεύουν το «Μεταφυσικό», το «Παραφυσικό» και το «Υπερφυσικό», μεταξύ τους. Είναι τρεις διαφορετικές έννοιες.

«Παραφυσικό» είναι το «παρά φύσιν», το Paranormal, η φυσική εκτροπή, το παρακανονικό, δηλαδή η Μετάλλαξη της φύσης, π.χ. η Θεωρία της Εξέλιξης του Δαρβίνου (ο αυθεντικός τίτλος του διάσημου συγγράμματος του Δαρβίνου ήταν Η Θεωρία των Μεταλλάξεων, The Theory of Mutations, τον οποίο οι εκδότες του τον άλλαξαν με τον τίτλο Η Θεωρία της Εξέλιξης, The Theory of Evolution, για να μην έχει τρομακτική χροιά. Στην ουσία, πρόκειται για ένα μεγάλο σύγγραμμα του Παραφυσικού.)

Βλέπε αντίστοιχα και τον όρο «Παραψυχολογία», που, εδώ που τα λέμε, τελικά εννοεί μια ψυχο-λογία που πιστεύει στην ύπαρξη της ψυχής, κάτι που –παραδόξως– θεωρείται εκτροπή από την Ψυχολογία, δηλαδή μια «αιρετική» ψυχολογία…

«Υπερφυσικό» είναι αυτό που αντίκειται τελείως στους νόμους της φυσικής, που από αυτήν θεωρούνται ως νόμοι της Φύσης, και στην ουσία είναι ταυτόσημο με τα θαύματα.

Ο Νίτσε υποστήριζε στο έργο του, Τάδε Έφη Ζαρατούστρα, ότι ο άνθρωπος είναι μια γέφυρα ανάμεσα στον υπάνθρωπο και στον υπεράνθρωπο, και ότι ο προορισμός του ανθρώπου είναι να περάσει τη γέφυρα που ο ίδιος αποτελεί και να γίνει Υπεράνθρωπος.

Ο William S. Burroughs έγραφε ότι ο άνθρωπος είναι κολλημένος σε ένα στάδιο νεοτονίας, ότι βρίσκεται σε προνυμφιακό στάδιο, και ότι καλείται να μεταλλαχθεί, να υπερβεί την κατάστασή του, υπονοώντας τελικά το διαστημικό μέλλον του ανθρώπου προς τα άστρα. Επειδή το διάστημα είναι φυσικώς απαγορευμένο για εμάς, προϋποθέτει κάποια αληθινή μετάλλαξη για να το ταξιδέψουμε.

Ο C. S. Lewis έλεγε ότι δεν είσαι ένα σώμα που έχει ψυχή. Είσαι μια ψυχή που έχει ένα σώμα.

Η έξοδος από το σπήλαιο, σύμφωνα με την Παραβολή του Σπηλαίου του Πλάτωνα. Η βασική πεποίθηση όλων των μυστών όλων των εποχών, ότι ο άνθρωπος πρέπει να εκπαιδευτεί για την αφύπνισή του, για την έξοδο από το σκότος, για την υπέρβαση του εαυτού του, για τον φωτισμό του, για την ένωση με το θείο ή με την ανώτερη πραγματικότητα ή με την ανώτερη συνείδηση.

Νομίζω ότι, αυτά, τα λένε όλα…

Υπάρχει ένας δεύτερος κόσμος πέρα από τον κόσμο. Μια άλλη διάσταση των πραγμάτων, με την οποία το πνεύμα μας μπορεί να έρθει σε άμεση επαφή.

Αυτή, με δυο λόγια εκ του προχείρου, είναι η «Μεταφυσική». To…Μεταφυσικό.