Το αποτέλεσμα των ελληνικών εκλογών, με τη σαρωτική υπερψήφιση των κομμάτων που είχαν ταχθεί κατά του μνημονίου, τρόμαξε τις χρηματιστηριακές αγορές το πρωί της Δευτέρας, καθώς, μάλιστα, συνδυάστηκε με τη νίκη στις προεδρικές εκλογές της Γαλλίας του σοσιαλιστή Φρανσουά Ολάντ, πολέμιου της γερμανικής πολιτικής της μονόπλευρης λιτότητας.

Όπως δημοσιεύει το περιοδικό «Επίκαιρα», τα μεγαλύτερα ευρωπαϊκά χρηματιστήρια άνοιξαν με απώλειες μεταξύ 1,5% και 2%, οι διαφορές στις αποδόσεις των ομολόγων των χωρών της περιφέρειας της Ευρωζώνης σε σχέση με αυτές των γερμανικών ομολόγων αυξήθηκαν και το ευρώ βρέθηκε υπό πίεση, με την ισοτιμία του να υποχωρεί κάτω και από το επίπεδο των 1,30 δολαρίων.

Το σοκ προήλθε κυρίως από την Αθήνα, καθώς η νίκη του Ολάντ ήταν πλήρως προεξοφλημένη. Αντίθετα, η ήττα των δύο (πρώην) μεγάλων κομμάτων της Ελλάδας δεν ήταν αναμενόμενη στην έκταση που προέκυψε.

Με βάση τις γνωστές δημοσκοπήσεις, η εικόνα που είχαν σχηματίσει οι διεθνείς τράπεζες και οι επενδυτικοί οίκοι ήταν ότι ΠΑΣΟΚ και Νέα Δημοκρατία θα συγκέντρωναν αθροιστικά ποσοστό γύρω στο 40%, το οποίο θα επέτρεπε να σχηματίσουν κυβέρνηση συνεργασίας, έστω και με μικρή κοινοβουλευτική πλειοψηφία, για την υλοποίηση των μέτρων λιτότητας και των διαρθρωτικών αλλαγών που προβλέπει το δεύτερο μνημόνιο.

Το αποτέλεσμα των δύο κομμάτων ήταν στην πραγματικότητα σημαντικά χαμηλότερο – δεν ξεπέρασε το 32%- και ερμηνεύθηκε από τους επενδυτές ως καθολική αντίδραση των Ελλήνων στα υπερβολικά μέτρα λιτότητας, τα οποία υφίστανται κατά ριπάς την τελευταία διετία.


Ανησυχούν οι επενδυτές

Η συνέπεια ήταν να αυξηθεί η ανησυχία στους επενδυτές για την τύχη του μνημονίου στη χώρα μας και το ενδεχόμενο εξόδου της από το ευρώ. Γνωστές τράπεζες και επενδυτικοί οίκοι ανέλυσαν, πριν και μετά τις εκλογές, τα περιθώρια που έχει η Ελλάδα για επαναδιαπραγμάτευση του μνημονίου και το ζήτημα της παραμονής της στην Ευρωζώνη.

Αν και οι απόψεις τους δεν συμπίπτουν, ως κοινή συνισταμένη τους προκύπτουν ορισμένες βασικές διαπιστώσεις: Πρώτον, η λιτότητα που συνδέεται με τα σκληρά δημοσιονομικά μέτρα – περικοπές μισθών και συντάξεων και αυξήσεις της φορολογίας-, καθώς και την ύφεση και την ανεργία που προκαλούν, έχει εξουθενώσει τους Έλληνες, με συνέπεια να θεωρείται ότι θα είναι ολοένα και πιο δύσκολο κοινωνικά να ληφθούν νέα δυσβάσταχτα μέτρα.

Δεύτερον, υπάρχουν περιθώρια για επαναδιαπραγμάτευση του μνημονίου, αλλά η ανάγκη για δύσκολα μέτρα – σε μικρότερο βαθμό από αυτόν που σηματοδοτεί η υποχρέωση του μνημονίου για περικοπές 11,5 δις ευρώ τον Ιούνιο, που θα αφορούν στην επόμενη διετία – θα συνεχίσει να υπάρχει.

Τρίτον, το ενδεχόμενο εξόδου της Ελλάδας από την Ευρωζώνη έχει αυξηθεί για ορισμένους επενδυτές. Άλλοι, όμως, δεν θεωρούν ότι αυτό είναι απότοκο των πολιτικών εξελίξεων και της αδυναμίας σχηματισμού κυβέρνησης, αλλά το συνδέουν με τη δυσκολία ανάκτησης της ανταγωνιστικότητας της οικονομίας μέσω της λεγόμενης εσωτερικής υποτίμησης- μείωση των μισθών και των τιμών-, αντί της υποτίμησης που γίνεται κανονικά όταν υπάρχει εθνικό νόμισμα.

Οι επενδυτές λαμβάνουν υπόψη για τις εκτιμήσεις τους το γενικότερο περιβάλλον εξασθένησης της οικονομίας της Ευρωζώνης, και ιδιαίτερα των χωρών του Νότου, αλλά και την αντίδραση στη λιτότητα που εφαρμόζεται από άκρου σ’ άκρο της Ευρώπης.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο των συνεχών αμφιβολιών για τη δυνατότητα της Ευρωζώνης να αντιμετωπίσει τη γενικευμένη κρίση χρέους της και τελικά να διατηρήσει τη συνοχή της, το αποτέλεσμα των ελληνικών εκλογών αντιμετωπίστηκε με προσοχή από τις Βρυξέλλες και το Βερολίνο. Κι αυτό, επειδή προφανώς κανείς στην Ευρώπη δεν θέλει να οξύνει μια κατάσταση που θα μπορούσε να προκαλέσει πιέσεις διάσπασης της Ευρωζώνης.


Οι μεταρρυθμίσεις

Η καγκελάριος της Γερμανίας, Άνγκελα Μέρκελ, τόνισε ότι είναι σημαντικό η Ελλάδα να συνεχίσει το πρόγραμμα των μεταρρυθμίσεων που έχει συμφωνηθεί, ενώ ο εκπρόσωπός της είχε δηλώσει νωρίτερα ότι «η Γερμανία σέβεται όλες τις συμφωνίες που έχει κάνει με την Ελλάδα, ανεξαρτήτως του ποια θα είναι η κυβέρνησή της».

Στο ίδιο μήκος κύματος κινήθηκε και ο εκπρόσωπος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, δηλώνοντας ότι η Κομισιόν είναι έτοιμη να συνεχίσει τη βοήθεια στην Ελλάδα στο πλαίσιο του μνημονίου.
Κύκλοι της Ευρωπαϊκής Επιτροπής δήλωναν στην εφημερίδα Wall Street Journal ότι τα περιθώρια αλλαγής στους όρους του μνημονίου είναι πολύ μικρά, ενώ πρόσθεταν ότι η επόμενη δόση του δανείου θα δοθεί μόνο αφού υπάρξει κυβέρνηση και συμφωνία για τα μέτρα που προβλέπει το μνημόνιο.

Από την πλευρά του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου έγινε γνωστό ότι θα έβλεπε θετικά την παράταση κατά ένα χρόνο -από το 2014 στο 2015- του στόχου για τη μείωση του ελλείμματος κάτω από το 3% του ΑΕΠ. Το στέλεχος της ελβετικής τράπεζας, UBS, Τζούλιαν Νάιτ, σημείωσε ότι τα περιθώρια επαναδιαπραγμάτευσης για την Ελλάδα δεν είναι πολλά, αλλά τόνισε ότι είναι δυνατό να μειωθεί περαιτέρω το βάρος του χρέους της Ελλάδας μέσω νέας μείωσης του επιτοκίου στα δάνεια που παίρνει από την Ευρωζώνη.


Προβληματική Ευρωζώνη

Για τις αγορές το θέμα της Ελλάδας είναι ένα σημαντικό πρόβλημα μέσα σε μια προβληματική αρχιτεκτονική της Ευρωζώνης. Ο φόβος υπάρχει πάντα ότι αυτό το πρόβλημα, μαζί με τις πιέσεις που ασκούνται στο Βερολίνο από τον Φρανσουά Ολάντ και τον ιταλό πρωθυπουργό, Μάριο Μόντι, για πιο έντονη αναπτυξιακή πολιτική μπορεί να οδηγήσει στο μέλλον σε διαφωνία και διάσπαση του ευρώ.

Η ανησυχία εστιάζει κυρίως στην Ελλάδα, όπως προκύπτει και από πρόσφατη έκθεση του οίκου πιστοληπτικής αξιολόγησης Fitch, ο οποίος σημείωσε πως το βασικό σενάριο του είναι ότι θα διατηρηθεί η Ευρωζώνη με τη σημερινή σύνθεσή της, αλλά ταυτόχρονα παρέθεσε και τέσσερα εναλλακτικά σενάρια, τα οποία είναι τα ακόλουθα κατά σειρά πιθανότητας πραγματοποίησής τους:

Έξοδος της Ελλάδας από το ευρώ, οιονεί δημοσιονομική ένωση, έξοδος της Γερμανίας από το ευρώ- μαζί με άλλες χώρες του πυρήνα της Ευρωζώνης-, δημιουργία των Ηνωμένων Πολιτειών της Ευρώπης και πλήρης διάσπαση.

Ο επικεφαλής του Fitch, Πολ Τέιλορ, δήλωσε ότι «ο δρόμος που έχει πάρει η Ελλάδα δεν είναι βιώσιμος», προσθέτοντας ότι «η Ελλάδα μπορεί να εξέλθει από το ευρώ χωρίς να προκαλέσει αποσταθεροποίηση στην υπόλοιπη Ευρωζώνη».

Η αμερικανική τράπεζα Citigroup θεωρεί ότι η πιθανότητα εξόδου της Ελλάδας από το ευρώ αυξήθηκε στο 75% μετά τις εκλογές και ο γνωστός οικονομολόγος, Νουριέλ Ρουμπινί, υποστήριξε ότι η έξοδος της χώρας από το ευρώ μπορεί να γίνει έως το 2013. Η εφημερίδα Financial Times σημείωσε, ωστόσο πως άλλοι επενδυτές αμφισβητούν ότι είναι τόσο μεγάλη η πιθανότητα αποχώρησης της Ελλάδας από την Ευρωζώνη…