Ο Σοφοκλής έγραψε το «Οιδίπους επί Κολωνώ» στα ενενήντα του χρόνια, προς το τέλος της ζωής του. Έγνοιά του ήταν  και ο κατατρεγμένος από την  μοίρα και τις επικρατούσες πολιτικές συνθήκες Οιδίπους.

Γράφει η Χαρά Κιούση

Θέλοντας να φύγει γαλήνιος από αυτόν τον κόσμο όφειλε να τακτοποιήσει τον δύστυχο ήρωά του μ’ ένα ευτυχισμένο τέλος, μ’ ένα θάνατο λυτρωτικό.

Όταν αποκαλύφθηκε η πραγματική του ταυτότητα του Οιδίποδα και αυτοτυφλώθηκε, παρέμεινε παρά τις εκκλήσεις του να εξοριστεί από τη Θήβα, όπου βασίλευε ο Κρέων, μέχρι να ενηλικιωθούν οι δυο γιοί του Πολυνείκης και Ετεοκλής.

Ενώ είχε κάπως ησυχάσει από την τραγική του παραφορά εξορίζεται ξαφνικά σύμφωνα με τη θέληση των γιων του. Ταλαιπωρημένος από την πολυετή του περιπλάνηση και τη φτώχεια καταφθάνει ο δυστυχής οδηγούμενος από την κόρη του Αντιγόνη στο ιερό τέμενος των ευμενίδων στον δήμο του Κολωνού της Αθήνας, ζητώντας φιλοξενία και άσυλο.

Η Ισμήνη μεταφέρει στον πατέρα της Οιδίποδα την είδηση  του νέου χρησμού ότι θα είχε εξασφαλισμένη τη νίκη όποιος είχε κοντά του τον Οιδίποδα.Εν τω μεταξύ στη Θήβα ο Ετεοκλής εξόρισε τον Πολυνείκη που κατέφυγε στο Άργος και θέλοντας να προσεταιριστεί τον Οιδίποδα έρχεται στον Κολωνό. Το ίδιο και ο Κρέων με αποστολή να τον φέρει πίσω στη Θήβα. Ο βασιλιάς Θησέας όμως επεμβαίνει προσφέροντας προστασία στον γέροντα Οιδίποδα καθώς καταφθάνει το τέλος του. Εκείνος του εμπιστεύεται ιερά και απόκρυφα μυστικά, με την υποχρέωση να τα μεταβιβάσει με την σειρά του στον πιο άξιο αντικαταστάτη του και βαδίζει στο θαυμάσιο λυτρωτικό τέλος.

Το έργο του Σοφοκλή δεν είναι μια αλληγορική, διήγηση με υπαρξιακές προεκτάσεις αλλά μια πραγματικότητα βασανιστική, απαλλαγμένη από το φόβο του θανάτου που προσδοκά τη λύτρωση.

Ο Οιδίπους με θαρραλέα ματιά και συνειδητότητα των πράξεών του -πατροκτόνος σε άμυνα και αιμομίκτης από την άγνοια και την πλάνη του- είναι ένας αθώος που ζει το αξεπέραστο δράμα με ντροπή τύψεις και οργή λαού. Αυτός που κατά τον χρησμό δεν έπρεπε να γεννηθεί, γιατί θα ήταν πρόξενος συμφορών. Η τραγικότητά του μεγεθύνεται στον Κολωνό όταν μαθαίνει την πραγματοποίηση της κατάρας του για τον οίκο των Λαβδάκίδων.

Δεν ξέρω αν η μετάφραση του Δ. Δημητριάδη (δεν την έχω διαβάσει) απέδωσε την πυκνότητα και το βάρος του κειμένου. Σίγουρα όμως το ψαλίδι που έπεσε στα χορικά, στα οποία ουσιαστικά διαγωνίζονταν στην αρχαιότητα στέρησαν από την παράσταση την ουσία. Τα χορικά που έχουν αντικατασταθεί από τους τέσσερις ικανότατους ψάλτες και οι φθόγγοι που εκφέρονται από τον Χορό σαν δεύτερο μουσικό κείμενο προσέδωσαν  στο έργο βυζαντινή κατάνυξη και μεταφυσική αγωνία.

Κλείνοντας τα μάτια είχες την αίσθηση πως βρίσκεσαι σ’ ένα χριστιανικό ναό  και όχι σε αρχαίο θέατρο. Ασέβεια προσβλητική κατά τη γνώμη μου της αριστοτεχνικής δραματικής ποίησης όπου από «τον έλεο και το φόβο τα παθήματα και την κάθαρση» του Αριστοτέλη λιγοστά εισέπραξα. Τα υψηλά νοήματα χάθηκαν, καθόσον η τραγωδία απευθυνόταν στους πιστούς μιας θρησκείας και μέσα στα τελετουργικά της όρια, που είχαν τη δική τους θρησκευτικότητα.

Η σκηνοθεσία του Τσακίρη θέλει στο ανθρώπινο δράμα του Οιδίποδα, τους ηθοποιούς να παίζουν χωρίς προσωπεία ενώ ο χορός στιλιζαρισμένος αυστηρά ψάλει δημιουργώντας μια αντινομία ύφους στη σκηνή.

Ο Κώστας Καζάκος αξιοπρεπής κι’ ακλόνητος προξένησε δέος αποδίδοντας την «ηρωϊκή» φύση του Οιδίποδα χωρίς μελοδραματισμούς

Ο Δημήτρης Λιγνάδης (Ξένος και Αγγελιαφόρος) με όγκο, ρυθμό και μέτρο στην επιβλητική φωνή του απαγγέλλει ανεπιτήδευτα τμήματα των χορικών.

Υποτονικός ως Κρέων  ο Ήμελλος, ευγενική παρουσία ο Άρης Τρουπάκης ως βασιλιάς Θησέας άνθρωπος και αρχηγός στο μεταίχμιο ενός μυθικού κόσμου που σβήνει και στο νέο που έρχεταιμέσα από τη νομική οργάνωση -ως Πολεινίκης ο Δημήτρης Λάλος ερμηνεύει το μοιραίο πρόσωπο του ήρωα με ενοχική αδυναμία.

Η Αντιγόνη, αφωσιομένη προστάτης του πατέρα και αδελφού της, η Νόρα Καρβούνη. Καλή ερμηνεία, δίχως όμως να πείθει εμφανισιακά για την περιπλάνισή της, με την κομψευόμενη κόμμωση και εμφάνισή της.

Ως Ισμήνη η .Κόλλια, δεν έπεισε με την ερμηνεία της το κοινό. Γενικά υπήρχε υποκριτική, ανομοιογένεια που επισκιασμένη από την ψαλτική τέχνη κατέστησε το θεατρικό αποτέλεσμα αδύναμο.

Ενδυματολογικά ασυγύριστη η παράσταση (αλήθεια τι μανία είναι αυτή με τα φράκα και τις κρόσσωμες επωμίδες, τις μπούργκες και τα ανατολίζοντα ύφη των κοστουμιών) με αποκαρδιωτικό αποτέλεσμα. Πιστεύω πως ο θεατής θέλει να φορά το ρούχο ο ήρωας και μέσα από τις πτυχώσεις και τον αέρα του υφάσματος να μαντεύει την κίνηση. Από το σκηνικό λείπει η ομορφιά της φύσης που επικρατούσε στον άγγιχτο και απάτητο τόπο. Μόνο ένα καχεκτικό δεντράκι και κόκκινα ρόδια -σπονδές  – έδωσαν χρώμα στην παράσταση.

Μου άρεσε το σταθερό φως στο σκηνικό, που χαμήλωσε μόνο στο τέλος τις  στιγμές που ο Οιδίπους με την συμφωνημένη εύνοια των θεών του κάτω κόσμου βρήκε «το πιο αξιοθαύμαστο τέλος». Έξω από κάθε μεταφυσική και παρηγορητική ψαλμωδία αλλά με μια γαληνότητα που αγγίζει το θείο.

Συντελεστές

Μετάφραση: Δημήτρης Δημητριάδης
Σκηνοθεσία: Σταύρος Σ. Τσακίρης
Επεξεργασία κειμένου: Σταύρος Σ. Τσακίρης – Δήμητρα Πετροπούλου
Σκηνικά: Κέννυ Μακ Λέλλαν
Κοστούμια: Θάλεια Ιστικοπούλου
Μουσική: Μίνως Μάτσας
Δραματουργός: Λουίζα Αρκουμανέα
Μάσκες: Εύα Νικολοπούλου
Αφίσα: Αλέξανδρος Ψυχούλης
Μουσική προετοιμασία: Μάριον Πελεκάνου
Μουσική διδασκαλία: Bαλέρια Δημητριάδου
Βοηθός Σκηνοθέτη: Χάρης Πεχλιβανίδης
Φωτογραφίες – Βίντεο:  Πάτροκλος Σκαφίδας
Επικοινωνία:  Άρης Ασπρούλης
Δ/νση παραγωγής:  Γιώργος Σύρμας
Παραγωγή: Venus A.E.

Διανομή (Με Σειρά Εμφάνισης)
Ξένος: Δημήτρης Λιγνάδης
Οιδίπους: Κώστας Καζάκος
Αντιγόνη: Κόρα Καρβούνη
Ισμήνη:  Τζέννυ Κόλλια
Θησέας: Άρης Τρουπάκης
Κρέων: Δημήτρης Ήμελλος
Πολυνείκης: Δημήτρης Λάλος
Χορός Ψαλτών: Πέτρος Δασκαλοθανάσης, Παναγιώτης Διαμαντόπουλος, Θεόδωρος Παλτόγλου, Κωνσταντίνος Τριανταφυλλίδης
Χορός Πολιτών: Αντριάνα Ανδρέοβιτς, Βαλέρια Δημητριάδου, Παναγιώτης Καμμένος, Ορέστης Καρύδας, Αγγελίνα Κλαυδιανού